Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ (1940-44) (ἱστολόγιον)
«Αἱ ἰταλικαὶ στρατιωτικαὶ δυνάμεις προσβάλλουσιν ἀπὸ τῆς 05:30 ὥρας τῆς σήμερον τὰ ἡμέτερα τμήματα προκαλύψεως τῆς Ἑλληνοαλβανικῆς Μεθορίου. Αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις ἀμύνονται τοῦ Πατρίου ἐδάφους.»

Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ (1940-44) (κεντρικὸς ἱστοχῶρος)
Σελίδες Πατριδογνωσίας - Φειδίας (ἱστολόγιον) - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Μοιρολόι κλαρίνου γιὰ τοὺς ἄθαφτους νεκροὺς τοῦ ᾿40 (β')



Διαβάστε εδώ:

Τους νεκρούς μου δεν θα τους προδώσω

Και μία αληθινή ιστορία που θα σας συγκινήσει από το phorum.gr :

Ήταν γύρω στα τέλη του 1944 ή στις αρχές του 1945. Οι Γερμανοί είχαν πια φύγει και ο Ενβέρ με τους συντρόφους του εδραίωναν ολοένα και περισσότερο την κυριαρχία τους παντού, ρίχνοντας ένα απαίσιο μαύρο πέπλο σε όλη τη Βόρεια Ήπειρο και σε όλη την Αλβανία.

Το Κηπαρό ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Χειμάρρας εκείνη την εποχή δεν ήταν το παραθαλάσσιο χωριό που γνωρίζουν οι Χειμαρριώτες, αλλά και όσοι είχαν τη τύχη να το επισκευθούν. Τότε όλοι οι Κηπαριώτες κατοικούσαν στο πάνω χωριό, κτισμένο σαν σε αετοφωλιά στην κορφή ενός απόκρημνου λόφου λίγο πιο πάνω στο βουνό. Μετρημένα στα δάκτυλα του ενός χεριού ήσαν τότε τα κτίσματα στην παραλία.

Εκεί λοιπόν στο πάνω χωριό με τα υπέροχα πέτρινα σπίτια, τα λιθόστρωτα δρομάκια, τις αψιδωτές πύλες και τις πανέμορφες εκκλησίες, εκεί που σήμερα κατοικούν πια κάποιοι λίγοι, εκεί ζούσε ακόμα σχεδόν αιωνόβιος ο Πίλλος Χίλας. Σπυρίδων ήταν βαφτισμένος αλλά όλοι με το χαϊδευτικό του τον φώναζαν. Ο μπάρμπα Πίλλος ήταν στα τελευταία του. Όλοι στο χωριό έλεγαν ότι από ώρα σε ώρα θα άφηνε αυτό τον κόσμο. Όμως ο ίδιος ξαπλωμένος στο κρεβάτι και ανήμπορος πια να σηκωθεί δεν ήθελε να αφήσει τον χάρο να τον πάρει αν δεν έβλεπε αυτό που περίμενε, αυτό που ποθούσε.

Δεν μπορεί, θα έλθουν, τώρα όπου να’ναι θα φτάσουν μονολογούσε συνέχεια. Ο Ζέρβας θα έλθει, δεν μπορεί να μην έλθει και θα έχει μαζί του τον στρατό του, τον Ελληνικό στρατό για να μας ελευθερώσει. Μονολογούσε συνέχεια και όλο το χωριό πια το είχε μάθει.

Όλοι στο χωριό είχαν ακούσει τις φήμες που κυκλοφορούσαν από καιρό πως ο καπετάν Ζέρβας με τον στρατό του θα φθάσει και θα ελευθερώσει την Βόρεια Ήπειρο. Όλοι ποθούσαν κάτι τέτοιο αλλά στα τελευταία του ο Πίλλος Χίλας ήταν, και ήθελε να το δει τώρα, πριν φύγει για το μεγάλο ταξίδι χωρίς γυρισμό.

Οι μέρες περνούσαν, γίνονταν βδομάδες και αυτές περνούσαν. Ο Πίλλος Χίλας στο κρεβάτι μονολογούσε αρνούμενος να εγκαταλείψει τον κόσμο αυτόν αν δεν γινόταν το ποθούμενο. Μια μέρα άνοιξε η πόρτα του σπιτικού του μπάρμπα Πίλλου και ένας συγχωριανός μπήκε μέσα πλησίασε τον ετοιμοθάνατο και του είπε «Φτάσανε Πίλλο, φτάσανε ο Ζέρβας και οι δικοί του, είναι πάνω στον Αϊ Θανάση, σε λίγο θα μπουν και στο χωριό». Για χρόνια στο χωριό συζητούσαν γιατί άραγε ο συγχωριανός πήγε στο σπίτι του Πίλλου να πει αυτό το ψέμα, ίσως από κακία, ίσως ήταν μια ανοησία του για να δει τι θα κάνει ο ετοιμοθάνατος, κανείς δεν είναι σίγουρος. Όμως αν ήθελε να δει τι θα γίνει αυτό το είδε.

Ο μπάρμπα Πίλλος σαν τ’άκουσε, ένα χαμόγελο λύτρωσης και ευτυχίας φώτισε
το πρόσωπό του, μια λάμψη φάνηκε στα σκοτεινιασμένα μάτια του. «Τώρα μπορώ να φύγω ήσυχος» ψιθύρισε, το κεφάλι του έγειρε και η ψυχή του πέταξε μακριά από το πεθαμένο σώμα.

Αιωνία σου η μνήμη μπάρμπα Πίλλο.

Το περιεχόμενο της ιστορίας είναι αληθινό.



Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό στην Αλβανία

Οδυσσέας Ελύτης

Γι' αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή,
λυώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
-ο θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο!

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλλα στον αέρα,
καθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
στο θάνατο - κ' η μοίρα ό τι θέλει ας πεί.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κ' ηύρε το θάρρος,
καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο,
-κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
(Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...)

Στο χώμα μόνο μια στιγμή κουνήθηκαν οι ρίζες,
ύστερα σκόρπισε ο καπνός κ' η μέρα πήε δειλά
να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια.

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
-μολις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος,
κ' ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλομά του νύχια!

Ηλιε, δεν ήσουν ο παντοτεινός;
Πουλί, δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη, δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κ' εσύ, περβόλι, ωδείο των λουλουδιών,
κι' εσύ, ρίζα σγουρή, φλογέρα της μαγνόλιας!

Eτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δεντρο
και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
κ' ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
και τα δυο ματια πάνε να δακρύσουν,
γιατί; ρωτάει ο αητός, πούναι το παλικάρι;

Κι' όλα τ' αητόπουλα απορούν: πούναι το παλικάρι!
Γιατί; ρωτάει, στενάζοντας η μάνα, πούναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν: πού νάναι το παιδί!

Γιατί; ρωτάει ο σύντροφος, πού νάναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν: πού νάναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός.
πιάνουν το χέρι, και παγώνει,
πάν να δαγκάσουνε ψωμί, κ' εκείνο στάζει αίμα,
κοιτούν μακριά τον ουρανό κ' εκείνος μελανιάζει
-γιατί; γιατί; γιατί; γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος;
γιατί ένα τέτιο ανόσιο ψωμί;
γιατί ένας τέτιος ουρανός εκεί που πρωτα εκατοικούσε ο ήλιος!..




Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον HeLLeNiCReVeNgE, 27-10-2008.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου