Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ (1940-44) (ἱστολόγιον)
«Αἱ ἰταλικαὶ στρατιωτικαὶ δυνάμεις προσβάλλουσιν ἀπὸ τῆς 05:30 ὥρας τῆς σήμερον τὰ ἡμέτερα τμήματα προκαλύψεως τῆς Ἑλληνοαλβανικῆς Μεθορίου. Αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις ἀμύνονται τοῦ Πατρίου ἐδάφους.»

Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ (1940-44) (κεντρικὸς ἱστοχῶρος)
Σελίδες Πατριδογνωσίας - Φειδίας (ἱστολόγιον) - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ὀχυρά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ὀχυρά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

Ἔφυγε ὁ ἥρωας τοῦ Ροῦπελ

  • Πριν από 15 μέρες [2-12-2009] έφυγε από τη ζωή, πλήρης ημερών στα 96 του χρόνια, ο τελευταίος εκ των επιζώντων Αξιωματικών που πολέμησαν στο Ρούπελ.
  • Ο Ταγματάρχης ε.α. και Διοικητής του Γ' Λόχου του Οχυρού Ρούπελ Φώτης Ζαχαριάδης ήταν ένας σπάνιος άνθρωπος που σε κατακτούσε με την ευγενική του φυσιογνωμία και το κοφτερό του μυαλό.
  • Ευθυτενής, τζέντλεμαν, με πειθαρχημένη σκέψη και καθαρό λόγο, μόνο να γοητεύσει μπορούσε τον συνομιλητή του.
Ο Φώτης Ζαχαριάδης, στην επέτειο της Μάχης των Οχυρών το 2008. Παραλαμβάνοντας από τον τότε Υπουργό Αλέξανδρο Κοντό, ενθύμιο και τιμητική διάκριση.

Υποβασταζόμενος από νεαρό αξιωματικό, οδεύει προς το μνημείο των πεσόντων, για να καταθέσει στεφάνι, στη μνήμη των συμπολεμιστών του.

  • Είχα την ευκαιρία πριν από αρκετά χρόνια, με τη βοήθεια και του Αξιωματικού και συγγραφέα δύο εξαιρετικών βιβλίων για το Ρούπελ, Ηλία Κοτρίδη,
  • να κάνω μαζί του μία συνέντευξη-μαρτυρία, για τα σημαντικά εκείνων των ημερών του Απριλίου του 1941.
  • Ένιωσα και νιώθω τυχερή, που άκουσα την Ιστορία από κάποιον, που ήταν από αυτούς που την έγραψαν!

Μαζί με δύο εκ των επιζώντων οπλιτών του, σε αναμνηστική φωτογραφία στο Ρούπελ, όπου μέχρι και πέρυσι έδινε το αδιάλειπτο παρών.

  • Την είδηση του θανάτου του την έμαθα από τον κ. Κοτρίδη που εκφώνησε και επικήδειο στην νεκρώσιμη τελετή στα Νεκροταφεία του Παπάγου, όπου διέμενε ο ηρωικός μαχητής και πατριώτης.
  • Λίγο αργότερα, πήρα ένα συγκινητικό mail και από τον εγγονό του και συνάδελφο Ίωνα Χριστοφιλόπουλο, που ανάμεσα σε άλλα μου έγραφε:
  • «Έφυγε ήσυχα όπως έζησε, στα 96 του χρόνια. Με το παράπονο για την πατρίδα που τους ξέχασε όλους.
  • Αυτές ήταν οι τελευταίες του κουβέντες. «Είμαι χαρούμενος γιατί θα πάω να βρω τα παιδιά μου. Έχασα πολλά παιδιά στον πόλεμο εγώ». Έτσι μιλούσε για τους φαντάρους του».
  • Ας είναι ελαφρύ το χώμα..! Με σεβασμό!

ΦΩΤΟ: Α.Π.- Καθρέφτης



Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον Καθρέφτης, 17-12-2009.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

Ἡ Μάχη τῶν Ὀχυρῶν

1940: Η νίκη είχε έρθει από τον αποχαιρετισμό ακριβώς στη ζωή!


Στο σπίτι του Αλέξανδρου Κορυζή το τηλέφωνο κουδούνισε χαράματα, στις πέντε και τέταρτο. Πήρε το ακουστικό η κυρία Κορυζή άκουσε να της μιλάνε γαλλικά. Της είπαν ότι ο πρεσβευτής της Γερμανίας θέλει να ιδεί επει­γόντως τον πρωθυπουργό. Η συνάντηση ορίστηκε για μισή ώρα αργότερα. Δεν είταν δύσκολο να μαντέψει κανένας το λόγο ενός διπλωματικού διαβή­ματος σε τόσο ασυνήθιστη ώρα. Ο Κορυζής ειδοποίησε αμέσως το βασιλέα, τους υπουργούς. Ο Έρμπαχ, που ήρθε την ορισμένη ώρα, χαιρέτησε τυπικά τον πρωθυπουργό και του δήλωσε πως την ίδια αυτή στιγμή, στο Βερολίνο, γινόταν επίδοση από τη Γερμανική Κυβέρνηση στον εκεί Έλληνα πρεσβευ­τή ενός έγγραφου. Είταν μια διακοίνωση, που αντίγραφο της θα διάβαζε τώρα κι’ αυτός στον πρωθυπουργό.

Αλέξανδρος Γ. Κορυζής ή Κοριζής (Πόρος, 1885 – Αθήνα, 18 Απριλίου 1941)

Αλέξανδρος Γ. Κορυζής ή Κοριζής (Πόρος, 1885 – Αθήνα, 18 Απριλίου 1941)

Είταν μακρυά η διακοίνωση. Αράδιαζε όλες τις αιτιάσεις που η γερμα­νική διπλωματία είχε κατορθώσει να συναρμολογήσει για δικαιολογία της ανανδρίας να χτυπηθεί στο πλευρό του ένας μικρός, μαχόμενος λαός. Είταν οι αιώνιες κατηγορίες: Πως είχε γίνει δεκτή από την Ελλάδα η αγγλική εγγύηση, πως είχαν αναληφθεί από την ελληνική κυβέρνηση μεγάλες υπο­χρεώσεις απέναντι της Αγγλίας κι’ ότι, παρ’ όλα αυτά και παρά τις άλλες, συγκεκριμένες ελληνικές ενέργειες που παρεβίαζαν την ουδετερότητα, η κυ­βέρνηση του Ράιχ είχε επιδείξει «υπέρμετρη υπομονή και μακροθυμία». Πως η Ιταλία «εξαναγκάστηκε» να δράσει στρατιωτικώς στην Ελλάδα, γιατί είχαν παραχωρηθεί ελληνικές βάσεις στο αγγλικό ναυτικό. Πως η Αγγλία καταγίνεται να δημιουργήσει στην Ελλάδα νέο κατά της Γερμανίας μέτωπο, όπως στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πως 200.000 αγγλικός στρατός είναι έτοιμος ν’ αναλάβει δράση στην Ελλάδα.

Και κατέληγε η διακοίνωση: «Δια τον λόγον τούτον η κυβέρνησις του Ράιχ έδωσεν ήδη διαταγάς εις τα στρατεύματα της όπως εκδιώξουν τας βρεταννικάς δυνάμεις εκ του ελληνικού εδάφους. Πάσα αντίστασις προβαλλό­μενη εις τον γερμανικόν στρατόν θα συντριβή αμειλίκτως.

»Η κυβέρνησις του Ράιχ καθιστώσα τούτο γνωστόν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν, τονίζει ότι τα γερμανικά στρατεύματα δεν έρχονται ως εχθροί του ελληνικού λαού και ότι είναι μακράν του γερμανικού λαού η πρόθεσις όπως πολεμήση και καταστρέψη καθ’ εαυτόν τον ελληνικόν λαόν. Το κτύπημα όπερ η Γερμανία είναι ηναγχασμένη να καταφέρη επί του ελληνικού εδάφους, προ­ορίζεται δια την Αγγλίαν. Η κυβέρνησις του Ράιχ είναι πεπεισμένη ότι εκδιώκουσα ταχέως τους παρείσακτους Άγγλους εξ Ελλάδος, προσφέρει αποφασιστικήν υπηρεσίαν πρωτίστως εις τον ελληνικόν λαόν και την ευρωπαϊκήν κοινότητα».

Και έτσι είναι που, ξαφνικά, ένα πρωί του Απρίλη 1941, το μικρό ελληνικό έθνος βρέθηκε να πολεμάει με τις δυο μαζί μεγαλύτερες στην ξηρά Δυ­νάμεις του κόσμου. Η στιγμή είταν πολύ μεγάλη, όλοι το ένιωσαν.

Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Αθήνας είχε διακόψει την ταχτική μετά­δοση της κυριακάτικης Λειτουργίας για ν’ αναγγείλει σημαντικά γεγονότα. Μεσολάβησε μια λιγόστιγμη σιωπή, εκατομμύρια κρατημένες ανάσες. Η είδηση είτανε πως στις πεντέμιση το πρωί, ο πρεσβευτής της Γερμανίας , κλπ. Ο πρωθυπουργός είχε απαντήσει πως η Ελλάς θ’ αντισταθεί.

Το αντίθετο, θα είταν αυταδιάψευση. Δεν είχαμε απαντήσει «όχι» στους Ιταλούς επειδή πιστεύαμε πως θα τους νικούσαμε. Είχαμε απαντήσει έτσι γιατί αυτή είταν η επιταγή της ελληνικής ψυχής και της ελληνικής Ιστορίας. Πίστεψε άραγε κανένας, εκείνες τις στιγμές, στο ενδεχόμενο μιας νίκης ; Λογικά, όχι βέβαια. Στιγμές τέτοιες δεν μοιάζουν με τίποτα. Όταν η Ιτα­λία, τον περασμένο Οκτώβριο, είχε επιτεθεί, όλοι βαρούσαν πως ο αγώνας θα γίνει για την τιμή των όπλων και μόνο. Η ομορφιά εκείνης της ώρας δεν είταν η προσδοκία της νίκης, είταν η απόφαση για τέλος ταιριαστό. Η νίκη είχε έρθει από τον αποχαιρετισμό ακριβώς στη ζωή, από την απόφαση να κοπούν όλες οι γέφυρες που φέρνουν πίσω. Τώρα που η Γερμανία βροντούσε με ατσαλόφραχτη γροθιά την πόρτα της χώρας, κανένας δεν γελιόταν, η ώρα είταν πολύ δραματική για κομπασμούς. Κι’ όμως, ένας άνεμος τρελλής ελ­πίδας φύσηξε για μια στιγμή: —Πού ξέρεις! Οι νίκες της Αλβανίας είταν ολο­ζώντανες, το Έθνος είχε αποκτήσει μια καινούργια επίγνωση γι’ αφανέρωτες δυνατότητές του, το θαύμα έμοιαζε χώρος οικείος… Ο επιπόλαιος παρατηρητής θα υποθέσει εδώ πως είταν υπερτίμηση φαντασμένη κι’ άκριτη. Λάθος. Είταν χαμογέλασμα φρεναπάτης. Η τραγική περηφάνεια έχει αντιδράσεις που μπο­ρούν να ξεγελάσουν τον απρόσεκτο. Η λαϊκή συνείδηση, τον Απρίλη του 1941, αντιμετώπισε με περίσκεψη την ώρα που είχε σημάνει. Αναρωτιόνταν όλοι τι θα γίνει τώρα, πως αυτό θα τελειώσει, μήπως μαζί τελειώνει και η Ελλη­νική Ιστορία. Κανένας δεν ήξερε ό,τι ξέρουμε σήμερα : την έκβαση του πο­λέμου. Μια Γερμανία νικήτρια, με τη Βουλγαρία στο πλευρό της, είταν αυτό­χρημα το τέλος και της ελληνικής ιστορίας και της ελληνικής φυλής.

Τέτοιες στιγμές, έχουν βάρος αιώνων.


Η μάχη στα Οχυρά

Roupel8

Δεν ξεκινούσαν με πολύ ελαφρύ συνείδηση οι Γερμανοί για τη νέα τους βιαιοπραγία. Οι ραδιοφωνικοί τους σταθμοί, σα σε συναγερμό. Έδιναν από το πρωί αδιάκοπα διακοινώσεις πάνω σε διακοινώσεις, προκηρύξεις πάνω σε προκηρύξεις. Ο Γκαίμπελς είχε διαβάσει στο ραδιόφωνο ο ίδιος την προκή­ρυξη του Χίτλερ προς το γερμανικό λαό και την ημερησία διαταγή του προς τα στρατό. Δοκίμαζαν να δικαιολογήσουν την ανανδρία. Ο Ρίμπεντροπ κάλεσε αργότερα τους ξένους δημοσιογράφους και τους διάβασε τη διακοίνωση που είχε επιδοθεί στην ελληνική κυβέρνηση.

Αλλά στο μεταξύ ο λόγος είχε δοθεί στα όπλα. Στο πλατύ ελληνικό μέ­τωπο βροντούσε από τα χαράματα τα κανόνι. Η επίθεση εκδηλώθηκε κατά του Μπέλες στις πέντε και τέταρτο τα πρωί, δηλαδή πριν ο πρεσβευτής Έρ­μπαχ επιδώσει τη διακοίνωση της χώρας του. Οι Γερμανοί χτύπησαν στο αδύνατο σημείο της γραμμής, ανάμεσα στο Τριεθνές και στο πρώτο οχυρό της σειράς, την Παποτλίβιτσα, που η κατασκευή της δεν είχε προλάβει να συμπληρωθεί. Σε λίγο η επίθεση γενικευόταν, έφτανε ίσαμε τα βόρεια της Κομοτινής. Η κύρια προσπάθεια του εχθρού ωστόσο γινόταν στο αριστερά του με­τώπου, στο Μπέλες και στ’ οχυρό Ρούπελ. Τα ενδιάμεσα οχυρά της γραμμής είταν πέντε: από δυτικά προς τ’ ανατολικά η Παποτλίβιτσα, το Ιστίμπεη, το Αρπαλούχι, τα Κελκαγιά και οι Παλιουριώνες. Τα τρία μεσαία είναι κοντύτερα μεταξύ τους, σχηματίζουν τρίγωνο.

Roupel11

Το Μπέλες, από τις εφτά η ώρα τα πρωί καιγόταν. Τα αεροπλάνα καθέ­του εφορμήσεως, βλέποντας τον ελληνικά στρατό απροστάτευτο από τον αέρα χαμήλωσαν, άρχισαν να βουτάνε και να πολυβολούν ξυστά. Τα δάση πάνω στο Μπέλες είχανε πιάσει φωτιά από τις πολλές βόμβες, οι τηλεφωνικές επικοινωνίες είχαν κοπεί, το δίκτυο εξαρθρώθηκε.

Τα φυλάκια, στην προκάλυψη, έκαναν στα μεταξύ αγώνα απεγνωσμένο. Στο 162, που αντιστάθηκε ως το μεσημέρι, σκοτώθηκαν όλοι χωρίς εξαίρεση οι άντρες, μαζί κι’ ο υπολοχαγός διοικητής. Αλλά των Γερμανών η υπεροχή είταν εξουθενωτική, τα αριστερό του υποτομέως Ροδοπόλεως, με τα δυο του μοναδικά τάγματα, είχε μείνει ακάλυπτο από τις εφτάμιση η ώρα κιόλας. Τα υπολείμματα του ενός από τα τάγματα είχανε πιάσει το ύψωμα 1120 και αγωνίζονταν εκεί απάνω κρατώντας τους Γερμανούς σε πεντακόσια μέτρα απόσταση. Από τους εφτακόσιους άντρες του τάγματος τα ένα τρίτο είταν πια εκτός μάχης.

Στο σκυρόδετο πολυβολείο Π9 η αντίσταση κράτησε ως την εφτάμιση το βράδι. Τα 33.000 φυσίγγια και οι χειροβομβίδες του προσωπικού εξαντλήθηκαν. Ο Γερμανός διοικητής του τμήματος που έκανε την επίθεση, βλέπον­τας τις πολλές απώλειες του, είχε οργιστεί. Όταν τέλος το πολυβολείο υπέ­κυψε, ο Γερμανός συνεχάρη τον αρχηγό του λοχία Δημήτρη Ίντζο κι’ έπειτα έβαλε και τον τουφέκισαν. Είναι ο νόμος του πολέμου αυτός; Ας το κρίνουν όσοι πιστεύουν ακόμα στην αρετή του ανδρισμού.

Roupel16

Αλλά το βάρος της κύριας γερμανικής προσπάθειας έπεφτε βέβαια στα οχυρά, αρχίζοντας από το δεξί της XVIII Μεραρχίας, τον υποτομέα θύλακος. Εδώ, το Ιστίμπεη σφυροκοπήθηκε ανελέητα από το γερμανικό πυροβολικό, ενώ πυροβόλα ευθυτενούς τροχιάς, από μιαν απόσταση μικρή, μόλις διακόσια ή εξακόσια μέτρα, χτυπούσαν με άμεση, οριζόντια βολή τα φατνώματα του Οχυρού. Στις εφτά η ώρα, το πεζικό του εχθρού χύμηξε σε πυκνές μάζες. Το Ιστίμπεη αντιστεκόταν. Έσπασε το πρώτο κύμα του εχθρού, καθώς και άλλα, που τ’ ακολούθησαν αμέσως. Κατά τις οχτώ η ώρα όμως, οι Γερμανοί κατόρθωσαν να επικαθήσουν στην επιφάνια του οχυρού, που είταν σκαμμένο μέσα στη γη. Από εκεί και πέρα, έγινε ένας αγώνας τυφλός, οι απ’ έξω να πα­σχίζουν να μπούνε μέσα, οι από μέσα ν’ αμύνονται με ό,τι όπλο τους απόμενε. Τέλος οι Γερμανοί βάλθηκαν να φράζουν τ’ ανοίγματα του οχυρού με πέτρες και χώματα, για να κάνουν τη φρουρά του να παραδοθεί από ασφυξία.

Στο Κελκαγιά ίδια κατάσταση. Τα πτώματα των Γερμανών στιβάζονταν μπροστά στο οχυρό, αλλά η επιμονή των άλλων, που έρχονταν ξοπίσω, δεν λυγίζει. Στη μία η ώρα έχουν ανέβει στην επιφάνεια του οχυρού. Με χειρο­βομβίδες και δυναμίτες που ρίχνουν από τ’ ανοίγματα του, προσπαθούν να το αποκαταστρέψουν. Τότε κάνουν μιαν απόπειρα να μπούνε μέσα, αλλά στις υπόγειες στοές βροντάει ο θάνατος∙ κανένας απ’ όσους μπήκανε δεν ξαναβγήκε. Με το βράδι, θ’ αρχίσουν κι’ εδώ την απόφραξη των ανοιγμάτων, για να σκάσουν μέσα τη φρουρά ή να την αναγκάσουν να παραδοθεί.

Δεξιά από τη XVIII Μεραρχία είταν η XIV (υποστράτηγος Κ. Παπακωνσταντίνου). Το μέτωπο της έπιανε από το Στρυμώνα ίσαμε το Κάτω Νευροκόπι, κάπου ογδόντα χιλιόμετρα φάρδος. Εκεί, οι Γερμανοί χτύπησαν με μεγάλη σφοδρότητα δύο κυρίως οχυρά: στ’ αριστερά το Ρούπελ, στο δεξί το Περιθώρι.

Η επίθεση κατά του Ρούπελ είναι από τις μεγάλες στιγμές αυτού του πολέμου, που έμπαινε πια στο τελευταίο του στάδιο. Το Ρούπελ βρίσκεται στην ανατολική Όχθη του Στρυμώνος, απαγορεύει τα στενά του ποταμού σε συνδυασμό με τ’ Οχυρό Παλιουριώνες από τη δυτική Όχθη. ΟΙ Γερμανοί έρριξαν πάνω στο Ρούπελ όλο το βάρος τους. Βομβαρδισμός πυροβολικού άρχισε στις πέντε και τέταρτο το πρωί, στις έξη χύθηκαν από ψηλά τα Στούκας. Είχαν ειδικές σειρήνες, που ούρλιαζαν απαίσια καθώς γίνονταν οι βουτιές, για να σπάζουν τα νεύρα των αμυνομένων. Η τοποθεσία ολόκληρη είταν μέσα στις φλόγες, ο αέρας έτρεμε, σκιζόταν από τις λάμψεις. Το θέαμα και το ά­κουσμα έπαιρνε ένα τρομαχτικό μεγαλείο καθώς το σύστημα πυρός του οχυρού απαντούσε τώρα σύσσωμο κι’ από αντίκρυ ζύγωναν τ’ άρματα μάχης του εχθρού και οι μοτοσυκλέττες. Πυκνές μάζες πεζικό τ’ ακολουθούσαν. Στο Στρυ­μώνα κατέβαιναν βάρκες από λάστιχο, ξέχειλες από γερμανικό στρατό, αμφίβια τέρατα με μυριάδες κεφαλές από πρασινωπό ατσάλι.

Ο εχθρός είχε κατεύθυνση κατά κύριο λόγο προς τα δύο από το σύστημα οχυρών του Ρούπελ: το Ούσιτα και το Μολών Λαβέ. Όμως η αντίσταση τους δειχνόταν αποτελεσματική: δυο άρματα χτυπήθηκαν, έμειναν στο δρόμο της Κούλας, δύο άλλα αχρηστεύθηκαν στη διασταύρωση με το δρόμο που κατε­βαίνει από την Τοπόλνιτσα. Μια γερμανική πυροβολαρχία, που πήγαινε κι’ αυτή στην Τοπόλνιτσα, χτυπήθηκε, διαλύθηκε. Αλλά οι Γερμανοί φαίνονταν να την περιμένουν την αντίσταση του Ρούπελ κι αδιαφορούσαν για τις απώ­λειες. Συνέχιζαν τις επιθέσεις του σε κύματα απανωτά, ακάλυπτοι.

Roupel25

Στο μεταξύ, δεκαοχτώ βάρκες είχανε μπλέξει στο υποβρύχιο δίχτυ από σύρμα, στο Στρυμώνα, βούλιαζαν χτυπημένες από το πυροβολικό των Ο­χυρών. Βούλιαζαν μαζί με το έμψυχο φορτίο τους. Εκατόν είκοσι αεροπλάνα βούιζαν, ούρλιαζαν αδιάκοπα πέρα – δώθε στον ουρανό. Οι υπερασπιστές του Ρούπελ έδειχναν θαυμαστή ψυχραιμία. Η αναμέτρηση φιλοπατρίας και σιδερένιας δύναμης είταν εδώ σκληρή, αποφασισμένη. Σ’ όλο το διάστημα της η­μέρας, οι Γερμανοί, τεχνίτες πια στην επίθεση, στέλνουν τα κύματα τους το ένα πίσω από τ’ άλλο, ακούραστα, ανεξάντλητα, διαλύονται, άλλα προβαίνουν πίσω, με τους ίδιους πυκνούς σχηματισμούς, με την ίδια όρμή. Κάθε μισή ώρα κύματα από Στούκας ξεχύνονται από πέρα, αυλακώνουν αφηνιασμένα τον ου­ρανό. Την τοποθεσία των οχυρών Παλιουριώνες, Ρούπελ, Καρατάς, τη χτυ­πάνε ογδόντα δύο γερμανικές πυροβολαρχίες. Το σύμπαν, κάτω κι’ απάνω, φαίνεται να έχει πνιγεί στη φλόγα.

Ανατολικά, στη ζώνη της VII (υποστράτηγος Χρ. Ζωιόπουλος) δύο είταν τα οχυρά: το Λίσσε και το Πυραμιδοειδές. Εδώ oι Γερμανοί έρριξαν λιγότερο βάρος από το Ρούπελ, το Λίσσε όμως χτυπήθηκε από συνδυασμένες δυνάμεις, άρματα μάχης, πυροβόλα αυτοκινούμενα και πυκνούς σχηματισμούς πεζικού. Η άμυνα του οχυρού είταν καλομελετημένη. Άφησε τον εχθρό να φτάσει ανενόχλητος στα οχτακόσια ως χίλια μέτρα, και τότε, ολόξαφνα, άρ­χισε ολόκληρο ν’ αστράφτει και να βροντάει. Ο φραγμός που εξαπολύθηκε έτσι από πεζικό μαζί και πυροβολικό, με δεξιά το Πυραμιδοειδές να βοηθάει, κεραυνοβόλησε τους Γερμανούς που προχωρούσαν σ’ ανοιχτό χώρο. Σκόρ­πισαν παλαβωμένοι, αφήνοντας χάμω σωρούς τους χτυπημένους.

Νέα επίθεση, με πεζικό, τσακίστηκε από το φράγμα του οχυρού. Ξαπό­στειλαν τότε καταπάνω του τ’ άρματα μάχης. Η φρουρά του Λίσσε είχε εν­θουσιαστεί, πολεμούσε σα μεθυσμένη. Άφησαν τα’ άρματα να φτάσουν στα πεντακόσια μέτρα, ύστερα τα σημάδεψαν καλά με τ’ αντιαρματικά πυροβόλα, τους έριξαν. Τρία από τα τέσσαρα άρματα έγιναν κόσκινο. Οι Γερμανοί έ­καναν νέα προσπάθεια, με βαρύτερα άρματα μάχης, αστόχησαν, έχασαν άλλα δυο.

Από εκεί και πέρα, άρχισαν τις υπερκερωτικές κινήσεις, πάτε ανάμεσα Περιθώρι και Λίσσε, πάτε προς τα υψώματα Ουσόγια. Ανατολικότερα ακόμα, στη ζώνη της Ταξιαρχίας Νέστου, η γερμανική επίθεση θα προσκρούσει στ’ οχυρό Εχίνος, πάνω από την Ξάνθη. Ακόμα πιο ανατολικά, στα μακρύτατο-ελληνικά μέτωπο, είταν η Ταξιαρχία Έβρου και τ’ οχυρό Νυμφαίο, πάνω από την Κομοτινή. Αυτό βρέθηκε περικυκλωμένο σχεδόν από τους Γερμανούς, που είχαν απωθήσει τα ελαφρά τμήματα προκαλύψεως. Πυροβόλα όλων των τύπων και διαμετρημάτων, στημένα γύρω του, τα σφυροκοπούσαν, και η αεροπορία του έριχνε από ψηλά.

Η αεροπορία! Ο μεγάλος καημός του ελληνικού στρατού, που άντεχε στην επίθεση, αλλά που δεν είχε την ηθική ανακούφιση να βλέπει τα δικά του αεροπλάνα να τον προστατεύουν. Τη συντριπτική υπεροπλία των Γερμανών στον αέρα θα την δοκιμάσουν, την ίδια εκείνη νύχτα, κοντά χαράματα, oι Έλληνες στην πρωτεύουσα τους και στον Πειραιά. Βρόντος τρομερός συγκλό­νισε το λεκανοπέδιο της Αττικής και το λιμάνι: Μια νάρκη μαγνητική, ριγμέ­νη από γερμανικά αεροπλάνο, είχε ανατινάξει ένα αγγλικά μεταγωγικό γε­μάτο εκρηκτικές ύλες. Κομμάτια της προκυμαίας, αποβάθρες, βούλιαξαν, τινάχτηκε στον αέρα μια αμαξοστοιχία φορτωμένη πυρομαχικά, γκρεμίστηκαν σπίτια, αποθήκες. Η Γερμανία έκανε την παρουσία της αισθητή με τρόπο κεραυνοβόλο. Προσωποποιημένος όλεθρος.


Τα οχυρά δεν παραδίδονται, καταλαμβάνονται!

Roupel59

Ξημέρωνε η 9η Απριλίου κι’ ο αγώνας δεν είχε σταματήσει στα οχυρά που έμεναν ακόμα άπαρτα. Στο Περιθώρι και στη Μαλιάγκα γινόταν αντεπί­θεση με συνδυασμένες δυνάμεις των δύο οχυρών, ξανάπαιρνε το υψωμό Σύλλα κι’ έπιανε αιχμαλώτους, μαζί κι’ ένα λοχαγό. Στην περιοχή Παρταλούσκα άλλη αντεπίθεση ανέτρεπε τον εχθρό κι’ έπιανε πάνω από εκατό αιχμαλώτους καθώς και το διοικητή ενός τάγματος. Στην κάτω Βρόντου εξαναγκαζόταν σε παράδοση μια γερμανική διλοχία που είχε καταλάβει τη νύχτα το ύψωμα Άγιος Κωνσταντίνος. Είταν διακόσιοι πενήντα άντρες μ’ έναν αντι­συνταγματάρχη επικεφαλής.

Στο Ρούπελ, ύστερα από βομβαρδισμό που κράτησε ως τις τρεις τ’ απόγευμα, παρουσιάστηκαν κήρυκες με λευκή σημαία να πούνε πως η Θεσσαλονίκη είχε παρθεί και κάθε αντίσταση στο εξής είναι μάταιη. Ο διοικητής του οχυρού απάντησε πως τα οχυρά δεν παραδίνονται παρά μόνον όταν κατορθώσει ο αντίπαλος να τα πάρει. Oι κήρυκες έδωσαν το λόγο της τιμής τους πως δεν, λένε ψέμματα κι’ έφυγαν αφού δήλωσαν πως θα ξανάρθουν τ’ άλλο πρωί.

Roupel38

Στη Γκολιάνα με τους περιχαρακωμένους Γερμανούς, ο αγώνας συνεχιζόταν. Το ίδιο και στ’ οχυρό Παλιουριώνες, που βομβαρδιζόταν από πυροβολικό κι’ αεροπορία. Ήρθαν κι’ εδώ κήρυκες, τα’ απόγευμα, έδωσαν το λόγο τους πως παραδόθηκε η Θεσσαλονίκη. Στις έξη η ώρα σταμάτησε η φωτιά κι’ έτσι ένα από τα τελευταία προπύργια της αγωνιζόμενης ελληνικής Μακε­δονίας είπε την τελευταία του λέξη.

Από τα χαράματα, ο στρατηγός διοικητής της 29ης θωρακισμένης γερ­μανικής Μεραρχίας στρατηγός Φάιελ είχε πάει με αεροπλάνο να συναντήσει κοντά στη Σόφια το στρατάρχη φόν Λίστ, διοικητή της Δωδέκατης Στρατιάς. Είχε γυρίσει πίσω στις εννιά, απάντησε στον Έλληνα απεσταλμένο πως οι όροι για συνθηκολόγηση γίνονται κατ’ αρχήν δεκτοί και πως από τις δέκα η ώρα θα δινόταν το πρόσταγμα «παύσατε πυρ».

Roupel52

Η συνάντηση του στρατηγού Φάιελ με τον στρατηγό Μπακόπουλο έγινε το μεσημέρι, στο γερμανικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης. Επακολούθησε η υπογραφή Πρωτοκόλλου, με χρονολογία 9 Απριλίου και ώρα δύο μετά το μεσημέρι. Οι Γερμανοί, κατά την επαφή τους με τους διαφόρους Έλληνες ηγήτορες, τόνισαν το θαυμασμό τους για την αντίσταση του ελληνικού στρατού και για την πολεμική του αξία. Είναι πολλές αυτές οι μαρτυρίες, πήρανε θέση πια στην Ιστορία και θα είταν ίσως μάταιο να τις παραθέσει κανένας εδώ. Ας συγκρατήσουμε ωστόσο, ανάμεσα σ’ όλες τις άλλες, τις ακόλουθες μόνο. Συνοψίζουν τα πάντα.

Roupel58

    • Στους Παλιουριώνες, ο εκεί Γερμανός συνταγματάρχης παρέταξε, τιμής ένεκεν, ένα γερμανικό τάγμα μπροστά στ’ οχυρό και κάλεσε τον Έλληνα διοι­κητή να το επιθεωρήσει.
    • Ο στρατάρχης φον Λιστ, στην ημερησία διαταγή του δήλωνε ότι «οι Έλληνες υπερησπίσθησαν την πατρίδα τους γενναίως».
  • Στο Ρούπελ ο εντεταλμένος για την παραλαβή του Γερμανός αξιωματικός, αφού συνεχάρη τον Έλληνα διοικητή του οχυρού, του δήλωσε πως είναι τιμή και περηφάνεια για τους Γερμανούς να έχουν τέ­τοιους αντιπάλους.
  • Ο στρατηγός Πάουλ Χάσσε, σ’ ένα του άρθρο σε γερμανική εφημερίδα, με τίτλο: «0ι ανδρείοι Έλληνες», έγραφε: «Τα επιτεθέντα συντάγ­ματα είχον ήδη πείραν διασπάσεως ωχυρωμένων γραμμών εκ προηγουμένων εκστρατειών εις τας όποιας είχον λάβει μέρος. Οι Έλληνες όμως φρουροί των οχυρών ημύνθησαν, παρά τα φλογοβόλα και τας χειροβομβίδας, μετά σκληρού φανατισμού, αναλόγου του οποίου δεν είχον συναντήσει οι Γερμανοί στρατιώται εις ουδεμίαν των προηγουμένων εκστρατειών των. Εφ’ όσον και ένας ακόμη στρατιώτης ηδύνατο να παραμείνη εις το Οχυρόν του, πυροβολούσε».
  • Και τέλος, στις 4 Μαΐου, σε λόγο του προς το Ράιχσταγ, ο Χίτλερ θα πει:«Η ιστορική δικαιοσύνη όμως με υποχρεώνει να διαπιστώσω, ότι από όλους τους αντιπάλους που αντιμετωπίσαμεν, ο Έλλην στρατιώτης ιδίως επολέμησε με ύψιστον ηρωισμόν και αυτοθυσίαν. Εσυνθηκολόγησε μόνον όταν η εξακολούθησις της αντιστάσεως δεν ήτον πλέον δυνατή και δεν είχε κανένα λόγον».

Η ελληνική ψυχή άρχιζε να μπαίνει στο πένθος της κατοχής. Στο μέ­τωπό της, πάνω στα αίματα, είχε σκαλώσει ένα κλωνάρι δάφνης.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΕΡΖΑΚΗ

O_A_T_~1

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ 1940-1941

1terzakis

Οι φωτογραφίες των Οχυρών είναι από την ιστοσελίδα: http://www.roupel.gr/mg2/index.php?id=30



Ἀναδημοσίευσις (μέρος 1ον, μέρος 2ον, μέρος 3ον) ἀπὸ τὸ Ἀντιαιρετικὸν ἐγκόλπιον, 25 καὶ 26-10-2009.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Ταγματάρχης (ΠΒ) Κωνσταντῖνος Βερσής

Κατέστρεψε τα πυροβόλα του και αυτοκτόνησε στο Τεπελένι. Ανάμνηση Μάνου Κατράκη και Αγγέλου Τερζάκη. Έπαινοι και εύφημες μνείες.

Στις 23 Απριλίου 1941 υπογραφόταν στην Θεσσαλονίκη, από τον αντιστράτηγο Τσολάκογλου, τον Γερμανό στρατάρχη Γιόλντ και τον Ιταλό στρατηγό Φερέρο το 3ο πρωτόκολλο ανακωχής, υπό τον τίτλο Σύμβασις Συνθηκολογήσεως.

Το άρθρο 4 προέβλεπε τα ακόλουθα:

«Τα όπλα, άπαν το πολεμικόν υλικόν και τα αποθέματα της στρατιάς ταύτης, συμπεριλαμβανομένου και του αεροπορικού υλικού, ως και αι επίγειοι εγκαταστάσεις της αεροπορίας είναι λεία πολέμου.» Στο δε άρθρο 5 διαβάζουμε μεταξύ άλλων: «Η Ανωτάτη Διοίκησις των ελληνικών στρατευμάτων θα φροντίση, με παν μέσον, όπως παύση πάσα καταστροφή ή εκμηδένισις πολεμικού υλικού και προμηθειών...»

Την ίδια μοιραία ημέρα ο ταγματάρχης του πυροβολικού Κωνσταντίνος Βερσής τίναζε τα μυαλά του στον αέρα, για να μην παραδώσει τα πυροβόλα του στον Γερμανό εισβολέα. Η φήμη για το συνταρακτικό αυτό γεγονός κυκλοφόρησε με ταχύτητα αστραπής ανάμεσα στον διαλυόμενο ελληνικό στρατό και γέννησε ιερό δέος στιες ψυχές των χθεσινών νικητών.

Ιδού πώς περιγράφει το συμβάν ο Μάνος Κατράκης που το έζησε:

«Υπηρέτησα κατά τον πόλεμο του 1940-41 στο Α Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού ως στρατιώτης, με λοχαγό τον Τζακ Κατσόγιαννο και διοικητή μοίρας τον ταγματάρχη Βερσή. Προς το τέλος του πολέμου, η πυροβολαρχία μας ήταν ταγμένη έξω από το Αργυρόκαστρο προς Τεπελένι, στ' αριστερά του Αώου ποταμού. Επέστρεφα έφιππος στη μονάδα μου από τα Γιάννενα, όπου είχα πάει με ειδική αποστολή του λοχαγού, όταν, περνώντας από το αλβανικό χωριό Καλοκαρατζή, σκέφτηκα να χαιρετήσω τον φίλο μου και συγγραφέα Άγγελο Τερζάκη, που υπηρετούσε ως γραφέας στη διοίκηση του Αρχηγείου Πυροβολικού.

»Είπαμε για λίγο τα δικά μας, αποχαιρετηθήκαμε κι ενώ έφευγα καβάλα στο άλογό μου, ο Άγγελος με φώναξε να γυρίσω πίσω. Ζύγωσα πάλι κοντά, μ' ανάγκασε να σκύψω και ψιθυριστά μου εμπιστεύθηκε το μεγάλο μυστικό:

-Έχουμε λάβει διαταγή για γενική υποχώρηση, θα κοινοποιηθεί εντός της ημέρας.

»Έμεινα άναυδος να τον κοιτάζω. Χωρίσαμε δακρυσμένοι και σιωπηλοί. Στα Γιάννενα πήραμε διαταγή να παραδώσουμε τον οπλισμό μας. Εκατοντάδες στρατιώτες και αξιωματικοί πετούσαν κατά γης τα όπλα κι έφευγαν δρομέως. Σωροί από κάρα, πυροβόλα, κάθε λογής εφόδια και ό,τι δυσκόλευε την πορεία της επιστροφής, εγκαταλείπονταν από ΄δω και από κεί.

Μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα, κάποια στιγμή, μια δυνατή φωνή ξεχώρισε να καλεί όσους ήμασταν του πρώτου Πεδινού. Ήταν ο ταγματάρχης μας Βερσής. Όσοι είχαμε μείνει, μαζευτήκαμε γύρω του. Τότε, εκείνος, ρίχνοντας μια ματιά σε όλους, σαν να ήθελε να μας αγκαλιάσει, είπε, ενώ τον έπνιγε η συγκίνηση:

- Παιδιά μου, προδοθήκαμε. Κάναμε το χρέος μας. Φεύγω από κοντά σας, υπερήφανος για σας. Καλή πατρίδα, καλή λευτεριά!

»Έφυγε αργά πάνω στ' άλογό του, αφήνοντας μας βουβούς και σκυθρωπούς. Δεν πέρασε λίγη ώρα και από τη μεριά του ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Ο ταγματάρχης δεν άντεξε την ντροπή». (Κων. Χατζηπατέρα και Μαρίας Φαφαλιού: «Μαρτυρίες '40-'41», Β' έκδοση, σελ. 375).

Όπως θα δούμε στη συνέχεια, το τελευταίο σημείο της μαρτυρίας του Κατράκη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, δεν υπήρξε απλώς ένας πυροβολισμός, αλλά ένα τελετουργικό θυσίας, πρωτοφανές στα ελληνικά πολεμικά χρονικά.

Κατέστρεψε τα πυροβόλα

Πριν όμως παρουσιάσουμε το τελετουργικό, θα επικαλεσθούμε και τη μαρτυρία του Αγγέλου Τερζάκη, που δεν ήταν, βέβαια, παρών στο περιστατικό, αλλά το πληροφορήθηκε από στόμα σε στόμα:

«Με πεισματωμένη πίκρα, πένθιμα», γράφει ο Τερζάκης, στην «Ελληνική Εποποιία», οι νικητές της Ιταλίας άρχιζαν να παρελαύνουν σε μακρυές θεωρίες από τους τόπους όπου τους είχαν ορίσει να παραδώσουν τον οπλισμό τους, να πετάνε χάμου, σε σωρούς, σαν παλιοσίδερα, τα τιμημένα όπλα τους. Ένας νέος, λεβέντης πυροβολάρχης, έξω από τα Γιάννενα, τίναξε, την ώρα εκείνη, τα μυαλά του πάνω στα κανόνια του.» («Ελληνική Εποποιία 1940-41», Β' έκδοση, σελ. 222).

Σ' αυτό το βιβλίο του , ο Τερζάκης δεν κατονομάζει -κακώς- των πυροβολάρχη. Στον «Απρίλη» του όμως δεν παραλείπει να τον κατονομάσει:

«Η διαταγή ήρθε πρωί-πρωί να παραδώσουμε τον οπλισμό μας. Ήμασταν αιχμάλωτοι. Κατά το μεσημέρι, την ώρα που παραδίδονταν στους Γερμανούς τα πυροβόλα, αυτοκτόνησε ο ταγματάρχης Βερσής και δύο λοχίες. Είχανε κρατήσει τον όρκο πως ο πυροβολητής πεθαίνει πάνω στο πυροβόλο του, αλλά δεν το εγκαταλείπει». («Απρίλης», Γ' έκδοση, σελ. 178).

Στο σημείο αυτό, θα παρουσιάσουμε το τελετουργικό της θυσίας, όπως το περιγράφει ο υποστράτηγος Ι. Α. Βερνάρδος:

«Το V Σύνταγμα Πυροβολικού παρέδωσε τα πυροβόλα και τον οπλισμό του εις το χωρίον Σταυράκι. Η ταχύπτερος φήμη έφερε μέχρις ημών την νύκτα της επομένης, ότι ο ταγματάρχης πυροβολικού Βερσής Κωνσταντίνος, διοικητής μοίρας πυροβολικού, ετίμησε, κατά τρόπον μεγαλειώδη, το υπερήφανον όπλον του. Όταν, δηλαδή, έλαβε την διαταγή να παραδώση τα πυροβόλα του, συνεκέντρωσεν τους άνδρας της μοίρας του με μέτωπον προς νότον, προς την αιώνιαν Ελλάδα. Διέταξε και πάντες έψαλαν τον Εθνικό μας Ύμνον, και κατόπιν, αφού ησπάσθη τα πυροβόλα του, έδωσε διαταγήν και τα συνέτριψαν με δυναμίτιδα. Κι ενώ ακόμη το έδαφος εσείετο από τας εκρήξεις, ο Βερσής, στηρίξας το περίστροφόν του εις τον δεξιόν του κρόταφον, ηυτοκτόνησε». (Ι.Α. Βερνάρδου «Τρεμπεσίνα», σελ. 176. Εκδόσεις Ν. Αλικιώτης και Υιοί).

Η περιγραφή αυτή του Βερνάρδου θεωρείται έγκυρη γιατί στηρίζεται στην επίσημη ιστορία του στρατού (Δ.Ι.Σ. Φ.641). Αλλά και όσοι άλλοι ασχολήθηκαν με το θέμα, παραπέμπουν στην ίδια πηγή. Στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» διαβάζουμε:

«Την ίδια μέρα, ο αγώνας της Ελλάδος σημαδεύτηκε από την πράξη ενός μαχητή στο μέτωπο, που συμβόλιζε το δράμα της χώρας μας και του λαού της. Στη σχετική με τη δράση του Α' Σώματος Στρατού έκθεση αναγράφεται: Ο ταγματάρχης του Πυροβολικού Βερσής, διαταχθείς υπό των Γερμανών να παραδώση τα πυροβόλα της μοίρας του, αφού συνεκέντρωσε ταύτα και τους απέδωκε τιμάς, ηυτοκτόνησε, ενώ η μοίρα του έψαλλε τον Εθνκόν Ύμνον.» («Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος ΙΕ', σελ. 451. Εκδοτική Αθηνών).

Αξιοπρόσεκτη είναι επ' αυτού η άποψη του Μανόλη Ανδρόνικου, ο οποίος, με βάση την ίδια πηγή (Δ.Ι.Σ. Φ. 641), αναφέρεται στο συμβάν και σημειώνει:

«Δεν νομίζω, πως ο ταγματάρχης Βερσής ήταν ήρωας, όπως δεν ήταν ήρωες ούτε ο Λευτέρης Αναστασιάδης, που έχασε τα πόδια του στην Αλβανία και τη ζωή του ύστερα στην Αθήνα, ούτε ο Ηλίας ο Καπέσης κι ο Σωκράτης ο Διορινός που στήθηκαν μπροστά στο γερμανικό απόσπασμα... Κάποτε, στη ζυγαριά δεν βαραίνουν μήτε η ζωή μήτε ο θάνατος, όσο βαραίνει κάτι άλλο, αυτό που λέμε ανθρωπιά, αξιοπρέπεια, χρέος, τιμή, λευτεριά.» (Εφ. Το Βήμα 1-4-81).

Αν ο Βερσής δεν υπήρξε ήρωας με τη θυσία του -όπως πίστευε ο Ανδρόνικος- στάθηκε ήρωας με τη δράση του στους πολέμους όπου έλαβε μέρος: Τον Μικρασιατικό και τον Ελληνοϊταλικό.

Κατά τον Μικρασιατικό πόλεμο, βροχή πέφτουν οι προτάσεις των ανωτέρων του για την απονομή αριστείων και εύφημου μνείας στον Βερσή. Ενδεικτικώς αναφέρουμε τις ακόλουθες:

1) «Ημερησία Διαταγή 7ης Πυροβολαρχίας III Μεραρχίας Γ.Σ.Π.Π. 1 Μαρτίου 1922. Ανθυπολοχαγόν Βερσήν Κωνταντίνον προτείνω, ίνα τω απονεμηθή το Χρυσούν Αριοτείον Ανδρείας, διότι κατά το εγχείρημα της 1ης Μαρτίου επί του λόφου Κατραλή, παρά τα πυρά του εχθρικού πυροβολικού και το γεγονός ότι διά πρώτην φοράν εβαπτίζετο εις το πυρ, επέδειξεν ζηλευτήν ευψυχίαν, ωραίον θάρρος, απόλυτον αφοσίωσιν προς το καθήκον και περιφρόνησιν προς τον κίνδυνον. Π. Μοσχοβίτης».

2) «Ημερησία Διαταγή Μεραρχίας 6 Μαρτίου 1922. Ποιούμαι εύφημον μνείαν του ανθυπολοχαγού Κων. Βερσή, διότι κατά την υπό του τμήματος πεζικού γενομένην επιδρομήν την 4ην ώραν της 1ης Μαρτίου προς υφαρπαγήν του έναντι του λόφου Κατραλή εχθρικού φυλακίου, κατέβαλεν ζηλευτήν προσπάθειαν διά την πλήρη επιτυχίαν της ενεργηθείσης επιδρομής, αιχμαλωτισθείσης απάσης της δυνάμεως του εχθρικού φυλακίου υπό του ανθυπολοχαγού Βερσή Κωνσταντίνου».

3) «Απόσπασμα Ημερησίας Διαταγής Γ.Σ.Π.Π. 13-5-1922. Ποιούμαι εύφημον μνείαν του ανθυπολοχαγού Βερσή Κ., διότι, υπό την προστασίαν ολίγων μόνον ανδρών του πεζικού, μετέβη δι' αναγνώρισιν, κατ' επανάληψιν, προς Κεϋπλού, προχωρήσας περί τα δύο χιλιόμετρα εκτός των γραμμών μας και πλησιάσας το χωρίον τούτο... Καίτοι δε εβλήθησαν δραστικούς υπό εχθρικού πεζικού, αψηφών προφανή κίνδυνον της ζωής αυτού και πιθανήν αιχμαλωσίαν, εξετέλεσεν βολήν εναντίον Κεϋπλού και διαφόρων άλλων στόχων, εξαναγκάσας τον εχθρόν να εκκένωση εκ νέου το Κεϋπλού και να εγκατάλειψη τας θέσεις του. Προτείνω ίνα διαμνημονευθή εις την ημερησίαν διαταγήν της Μεραρχίας. Ο Διοικητής του Συντάγματος Γαρέζος Ιωάννης».

Αυτοθυσία και ηρωισμός

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, ταγματάρχης πλέον ο Βερσής, συνεχίζει να δείχνει, στο πεδίο της μάχης, τα σπάνια επαγγελματικά και ψυχικά του χαρίσματα, όπως αποδεικνύεται από την ακόλουθη ημερησία διαταγή:

«Α' Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού. Ημερησία Διαταγή Αξιωματικών Συντάγματος της 25ης Απριλίου 1941. Τον ταγματάρχην Βερσήν Κωνσταντίνον προτείνω δια την προαγωγήν εις ανώτερον βαθμόν διότι, διοικητής της 1ης Μοίρας τυγχάνων,

»α) Κατά την κλιμάκωσιν των πυροβολαρχιών του από του 17ου χιλιομέτρου βορείως Αργυροκάστρου, ήτοι επί των θέσεων Παλαιοκάστρας - Αργυροκάστρου - Βλαχοκοράντζι, από 16 έως 20 Απριλίου 1941, επεδείξατο εξαιρετικήν ψυχραιμίαν, θάρρος και αυτοθυσίαν, συντελέσας διά των πυρών της Μοίρας του να επιφέρη μεγάλας απωλείας εις τον εχθρόν και να επιβραδύνη αυτόν, ώστε η απαγκίστρωσις των Συνταγμάτων της VIII Μεραρχίας να γίνη κανονικώς και άνευ απωλειών.

»β) Διότι, τάξας την Μοίραν του εις λίαν προωθημένην θέσιν εις περιοχήν Κακαβιάς, με εντολήν αντιαρματικήν και αμέσου υποστηρίξεως δι' αντίστασιν μέχρις εσχάτων, επεδείξατο ψυχραιμίαν αξιοθαύμαστον, αυτοθυσίαν και ηρωισμόν, συντελέσας διά των πυρών της Μοίρας του εις επιβράδυνσιν του προελαύνοντος εχθρού και ανακατάληψιν απολεσθέντος σημείου στηρίξεως, παρά το ζωηρότατον και συνεχές πυρ της εχθρικής αεροπορίας, πυροβολικών και αυτομάτων όπλων, διακινδυνεύσας πολλάκις. Ούτος, μη ανεχθείς παράδοσιν εις τον εχθρόν των πυροβόλων του, ηυτοκτόνησεν την 23ην Απριλίου παρά το 7ον χιλιόμετρον νοτίως Ιωαννίνων, εις ύψος Πεδινής -Ραψίστας. Ο Διοικητής του Συντάγματος Δ. Ραζής, αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού».

Από «Έκθεσιν» για τη δράση του Βερσή, που συνέταξε, στις 10 Δεκεμβρίου 1941, ο διοικητής πυροβολικού της III Μεραρχίας Αλέξανδρος Ασημακόπουλος, παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα:

«Κατά την διάρκειαν της 15ημέρου μάχης του Καλπακίου, το παρατηρητήριόν του (Ασόνιτσα) ήτο βληματοδόχη. Παρέμεινε ψύχραιμος, διευθύνων τον αγώνα της μοίρας του, καίτοι από απόψεως προσωπικής ασφαλείας δεν ήτο οργανωμένον το παρατηρητήριόν του (μικρά οπή προ της στρατιωτικής οφρύος του ορεινού όγκου, τελείως ασκεπής). Τον εύρισκα, οσάκις μετέβαινα ίνα τον ίδω εκ του πλησίον, βρεχόμενον εντός της λασπώδους οπής εις την οποίαν την πρωίαν, προ της χαραυγής, εισήρχετο και εξήρχετο το εσπέρας, διότι πάσα επικοινωνία με, προς φιλίας γραμμάς, κλιτύς του ορεινού όγκου προυκάλει πυρά του εχθρικού πυροβολικού.

»Το πέριξ του παρατηρητηρίου του έδαφος ήτο ωσεί κεντημένον από τας διαρρήξεις του εχθρικού πυροβολικού και κατά την διάρκειαν της ως άνω μάχης (Νοέμβριος 1940) έβρεχε σχεδόν καθημερινώς. Το παρατηρητήριόν του ήτο εις ύψος 1.100 μ. Ο Βερσής ήτο ασθενής αλλά ουδέν παράπονον εξέφραζεν.

»Κατά την μάχην ταύτην διελύθησαν, υπό μόνον των βολών του πυροβολικού, μια μεραρχία πεζικού του εχθρού και μια μηχανοκίνητος, χωρίς να κατορθώσωσι να λάβωσι στενήν επαφήν, ουδέ να επιτεθώσι κατά της φιλίας τοποθεσίας αμύνης. Η μοίρα του, διά των εύστοχων και επικαίρων βολών, συνετέλεσε τα μέγιστα εις την νίκην ταύτην.

»Από της αναλήψεως της επιθέσεως και της καταδιώξεως του εχθρού, η μοίρα ην διοικούσε, πρώτη εξήλθε της φιλίας τοποθεσίας και ο γενναίος ενθουσιώδης πατριώτης ταγματάρχης Βερσής διεκινδύνευε μεταξύ των πρώτων, ζωντανόν παράδειγμα αφοσιώσεως εις το καθήκον».

Πρωταγωνιστής στο Καλπάκι

Τι προκύπτει από την «Έκθεση» αυτή του συνταγματάρχη Αλ. Ασημακόπουλου; Σαφώς προκύπτει, ότι ο Βερσής υπήρξε πρωταγωνιστής στη θρυλική μάχη του Καλπακίου, που έσωσε την τιμή των ελληνικών όπλων, χάρη στην ηγεσία της 8ης μεραρχίας, δηλ. τον στρατηγό Χαράλαμπο Κατσιμήτρο και τον αρχηγό πυροβολικού Π. Μαυρογιάννη, το alter ego του Κατσιμήτρου, όπως τον αποκαλεί ο καθηγητής Αλ. Τσουκανέλης, συγγραφέας του βιβλίου «Χαράλαμπος Κατσιμήτρος -Πρόμαχος της Ηπείρου».

Σχετικά με την τελευταία πράξη της ζωής του Βερσή, υποστηρίχθηκε η άποψη, ότι ο ηρωικός ταγματάρχης, προκειμένου να περάσει στην αθανασία, είχε από πολλού σχεδιάσει την αυτοκτονία του και δεν ήταν μια απόφαση της στιγμής. Η άποψη αυτή καταρρίπτεται από επιστολή προς την οικογένεια του, που έγραψε ο Βερσής στις 15 Απριλίου 1941, ήτοι οκτώ ημέρες πριν θυσιαστεί.

Για πρώτη φορά φέρνουμε στη δημοσιότητα την αποκαλυπτική αυτή επιστολή:

«15 Απριλίου 1941. Αγαπητοί, με το σημερινό μου γράμμα σας επιστρέφω και την φωτογραφία της «Νίκης» της 22ας Μαρτίου, που μου είχατε στείλει μαζί με άλλες εφημερίδες. Κρατήστε την γιατί με ενδιαφέρει ως ανάμνησις. Βρισκόμουν κι εγώ κάπου.

»Οι Ούνοι του Βορρά, σπουδαίοι μιμηταί του Μουσολίνι... Σαν δεν ντράπηκαν να μας επιτεθούν κατά τέτοιο τρόπο, μετά τόσον καιρόν (μια λέξη δυσανάγνωστη).

»Έχουμε καλοκαιρινές μέρες. Προχθές χιόνισε ψηλά και 2-3 μέρες βρέχει, αλλά τώρα πάλι καλοκαίρι. Ο Δρίνος, γείτονας μας, μας προσφέρει το θέαμα του σε βραδιές με φεγγάρι και με δένδρα που έχει στις όχθες του. Και λέει κανείς, γιατί δυο τρελοί να χαλάνε την ομορφιά της φύσεως χωρίς κανένα λόγο, παρά για να ικανοποιήσουν την βουλιμία τους...

»Ο Σωτηράκης τι κάνει; Ήταν πολύ ωραίο το γράμμα του. Να φροντίζετε να μη κόβει την όρεξη του με πολλά γλυκά σε ακατάλληλες ώρες. Να τρώει μόνο σε ώρες που πρέπει και αφού φάγει όλο του το φαγητό πρώτα. Να μάθει να τρώει από όλα τα φαγητά, όπως όλοι εδώ οι στρατιώται, για να γίνει και αυτός ένας καλός στρατιωτάκος όταν μεγαλώσει. Ίσως να με συναντήσει ως στρατιώτης στο μέτωπο, καθώς πάμε, καμμιά φορά. Εις όλους τους δικούς μας χαιρετίσματα.

Φιλιά, Κώστας».

Από την ανάγνωση της επιστολής γίνεται αμέσως φανερό, πως δεν ευσταθεί η θεωρία, ότι ο Βερσής είχε προσχεδιάσει τη θεαματική έξοδο του από τη ζωή:

α) Κρατήστε τη φωτογραφία -γράφει- γιατί με ενδιαφέρει ως ανάμνησις.
β) Ίσως να με συναντήσει ως στρατιώτης στο μέτωπο καμιά φορά - κι εννοεί τον γιο του Σωτηράκη.
γ) Η τρυφερότητα με την οποία μιλάει για τον Σωτηράκη, φανερώνει έναν πατέρα που ενδιαφέρεται ζωηρά για την υγεία και το μέλλον του παιδιού του.

Αλλά αυτός ο σκληροτράχηλος στρατιώτης δεν είναι μόνο ένας τρυφερός πατέρας· έχει και μια ποιητική ψυχή, που συγκινείται από την ομορφιά της φύσης και πονάει βαθιά για την καταστροφή της. Ο Δρίνος, σε μια φεγγαρόλουστη βραδιά, τον συγκλονίζει, καθώς κυλάει τα νερά του ανάμεσα σε κατάφυτες όχθες, σε καιρό πολέμου!

Η πολιτεία τίμησε τον ηρωικό πολεμιστή Κωνσταντίνο Βερσή με προτομές, στρατόπεδα, ηρώα και δρόμους. Τον ευαίσθητο Άνθρωπο Κωνσταντίνο Βερσή, τον ποιητή του Δρίνου, ποιος θα βρεθεί να τον τιμήσει;


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸν Παγκύπριο Σύνδεσμο Εφέδρων Πυροβολικού. Ἡ φωτογραφία ἀπὸ τὸν δικτυακό τόπο «Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ» τοῦ Φειδία Μπουρλᾶ.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Ροῦπελ, 6 Ἀπριλίου 1941 - «Τὰ Ὀχυρὰ δὲν παραδίδονται· καταλαμβάνονται.»


Το πρώτο Γερμανικό πολεμικό ανακοινωθέν της 6ης Απριλίου 1941:

«Τα επιτεθέντα Στρατεύματά μας, προσέκρουσαν εις πείσμονα αντίστασην.

Η ικανότητα του εχθρού [Ελλήνων] για άμυνα, παραμένει αμείωτος.»

Ημέρες και νύχτες διαρκεί η γιγαντομαχία... Όλα τα εχθρικά κύματα θραύονται πάνω στην Ψυχή του Έλληνα Στρατιώτη...

9 Απριλίου 1941, 17:15.

Οι Γερμανοί επιστρέφουν στις θέσεις τους. Γερμανικό αυτοκίνητο με υψωμένη της λευκή σημαία, πλησιάζει τις Ελληνικές θέσεις στο κεντρικό δρόμο Κούλας-Σιδηροκάστρου... Τρεις Έλληνες στρατιώτες με επικεφαλή τον Ανθ/γό Ι. Δαμιανό πήγαν προς συνάντησή τους. Ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός, χαιρετά τους Έλληνες σε στάση προσοχής και ζητά την παράδοση του οχυρού διότι οι Γερμανοί ήδη έχουν εισέλθει στην Θεσσαλονίκη και υπεγράφη ανακωχή.

Ο Διοικητής του οχυρού, Ταγματάρχης Γεώργιος Δουράτσος απήντησε:

«Τα οχυρά δεν παραδίδονται· καταλαμβάνονται.»

Ο Γερμανός αξιωματικός διαβεβαιώνει στην στρατιωτική του τιμή, πως δεν πρόκειται για τέχνασμα και ορίζει την επομένη 10η Απριλίου 1941 και ώρα 18:00 νέα συνάντηση.

Στις 10 Απριλίου το οχυρό εγκαταλήφθηκε...

Εξερχόμενοι οι ΄Ελληνες μαχητές, απολαμβάνουν τιμές από Γερμανικό άγημα, το οποίο καλείται να επιθεωρήσει ο Έλλην Ταγματάρχης!

Η Ελληνική Σημαία δεν υποστέλλεται, παρά μόνο μετά την αποχώρηση και του τελευταίου Έλληνα Στρατιώτη. Τα ξίφη των αξιωματικών και τα όπλα δεν αφαιρέθηκαν!

Ο Γερμανός Ταγματάρχης, Max Wuensche, μετέπειτα Αξιωματικός των SS και Υπασπιστής του Αδόλφου Χίτλερ, απευθυνόμενος στον Έλληνα Ταγματάρχη, είπε:

«Σας διαβιβάζω τα συγχαρητήρια και τον θαυμασμό των ανωτέρων μου. Οι Γερμανοί αισθανόμεθα υπερήφανοι που είχαμε αντίπαλο έναν τόσο ηρωικό Στρατό.»

Ο νεαρός και σκληροτράχηλος Γερμανός Ταγματάρχης, θα γράψει στο προσωπικό του ημερολόγιο: «Εδώ πάνω, ακριβώς κάτω από την κορυφή στο κεντρικό σημείο του Ρούπελ, μένουμε άφωνοι! Μπροστά η κορυφή... αδύνατον να προχωρήσουμε. ΄Οποιος τολμήσει να ξεμυτίσει γαζώνεται. Ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι τα λίγα και με δυσκολία φτιαγμένα αυτά οχυρά, θα ήταν τόσο δυνατά και μοντέρνα!

Ποιος μπορούσε να πιστέψει ότι οι Έλληνες θα μας αντιστέκονταν τόσο σκληρά, με τόσο πείσμα και ηρωισμό!»

Οι Γερμανοί δεν κράτησαν αιχμαλώτους εις ένδειξη τιμής και σεβασμού...

Σε ένα οχυρωματικό συγκρότημα προκάλυψης, ένας Γερμανός Ταγματάρχης, ζητά να συναντήσει τον Διοικητή... Παρουσιάζεται αγέρωχος ο Λοχίας Ίντζος! Ο Γερμανός δεν μπορεί να πιστέψει πως το οχυρό διοικείται από έναν έφεδρο Λοχία! Του λέει:

«Λοχία, τούτο το μακελειό είναι δικό σου έργο. Μου σκότωσες τους καλύτερους άνδρες μου. Σε συγχαίρω!» Του δίνει το χέρι και κατόπιν διατάζει την εκτέλεσή του... Πάνω από 200 επίλεκτοι Γερμανοί καταδρομείς κείτονταν νεκροί...

Σε ένα άλλο παρόμοιο περιστατικό, στην παράδοση του οχυρού «Καρατάς», ο Γερμανός αξιωματικός ζητά να δει κι αυτός τον Έλληνα Διοικητή. Παρουσιάζεται ένας νεαρός Ανθυπολοχαγός... Σαστισμένος ο Γερμανός Ταγματάρχης, του προτάσσει το χέρι του και του λέει: «Ανθυπολοχαγέ, σε συγχαίρω! Μου θανάτωσες 400 άνδρες!»

Ο ίδιος ο Χίτλερ, τον Μάιο του 1941, ενώπιον του Ράιχσταγκ, ομολόγησε:

«Η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να διατυπώσω πως από όλους τους αντιπάλους μας τους οποίους αντιμετωπίσαμε, ο Έλλην Στρατιώτης επολέμησεν με ύψιστον ηρωισμόν και αυτοθυσίαν και συνθηκολόγησε μόνον όταν η περαιτέρω αντίστασή του ήτο αδύνατος και κατά συνέπειαν μάταια.»

ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ

«Τα Έθνη τα μικραίνουν ή τ' απαθανατίζουν οι πολίτες τους. Κάθε πατρίδα χαίρεται τόση ευτυχία, όση αναλογεί στη σωφροσύνη των πολιτών της. Είναι όμως ν' απορείς! Άμα μπήκαν οι Γερμανοί στο συγκρότημα «Μολών λαβέ» του οχυρού Ρούπελ, απάνω απ' τους νεκρούς βρήκαν γραμμένη με κιμωλία τη φράση: «Στις Θερμοπύλες σκοτώθηκαν οι Τρακόσιοι. Εδώ θα πέσουν οι Ογδόντα.»

Οι Σπαρτιάτες οι παλιοί ετοιμάζονταν από παιδιά με προσεχτική αγωγή για μεγάλα έργα. Τούτους τους φαντάρους, πότε νοιάστηκε η δική μας πολιτεία να τους διαπαιδαγωγήσει; Το κράτος τους είχε εγκαταλείψει στην τύχη τους κι οι διάφορες αναρχικές προπαγάνδες τους κατηχούσαν ελεύθερα. Ποιός είχε σταλάξει στις καρδιές τους, το μοναδικό δίδαγμα της αυτοθυσίας;

Η Ράτσα!

Αυτή ένωσε μπροστά στον κίνδυνο τους Έλληνες, χωρίς εξαίρεση. Όταν τα χιόνια σταμάτησαν την προέλαση του στρατού μας στην Αλβανία, κάποιος μέραρχος φοβήθηκε πως οι αφάνταστες κακουχίες, θα μπορούσαν να κλονίσουν το ηθικό του μετώπου και ζήτησε στα συντάγματά τουνα του στείλουν πίνακες από τους στρατιώτες εκείνους που ήταν γνωστοί ως κακόγνωμοι, για να τους απομακρύνει. Άμα όμως έλαβε τους πίνακες αυτούς, διάβασε έκπληκτος: «Δεκανεύς τάδε, εφονεύθη εις την μάχη της Μόροβας. Στρατιώτης τάδε, ετραυματίσθη εις την επίθεσιν της Ντούσνιτσας. Στρατιώτης τάδε, επροτάθη για πολεμικόν σταυρόν».

Σε μια εποχή που μεγάλα κράτη κλονίσθηκαν κι είχαν διαλυθεί οι στρατοί τους, η φωνή της ράτσας οδήγησε τους δικούς μας φαντάρους, να πολεμήσουν σα»ν να είχαν αναστηθεί από την ίδια την αρχαία Αθήνα…»

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ρούπελ» του Χρήστου Ζαλοκώστα)

Αυτοί ήταν οι Έλληνες κι Αυτούς δεν τους νίκησαν ποτέ!

Τιμή και Δόξα σε Αυτούς που δόξασαν την Πατρίδα μας, με τον ηρωισμό και το Τίμιο Αίμα Τους!

Ως μνημόσυνο Τιμής και αιωνίου Μνήμης, με το χέρι στην καρδιά, ας τους δώσουμε την υπόσχεση: Θα φυλάξουμε Θερμοπύλες κι εμείς, όπως κι εσείς.

(Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον Strategy-Geopolitics.)


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας