Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ (1940-44) (ἱστολόγιον)
«Αἱ ἰταλικαὶ στρατιωτικαὶ δυνάμεις προσβάλλουσιν ἀπὸ τῆς 05:30 ὥρας τῆς σήμερον τὰ ἡμέτερα τμήματα προκαλύψεως τῆς Ἑλληνοαλβανικῆς Μεθορίου. Αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις ἀμύνονται τοῦ Πατρίου ἐδάφους.»

Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ (1940-44) (κεντρικὸς ἱστοχῶρος)
Σελίδες Πατριδογνωσίας - Φειδίας (ἱστολόγιον) - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Ἀπὸ ἀλλοῦ

Διαβάζω τὸ δίφυλλο τῆς «Καθημερινῆς» τῆς 29ης Ὀκτωβρίου 1940 (ἐμπεριέχεται ἀνατυπωμένο στὸ σημερινὸ φύλλο (24-10-2010) τῆς ἐφημερίδος). Μιὰ περίεργη αἴσθησις μὲ ἀνατριχιάζει· δὲν ξέρω γιατί. Καὶ ἔξαφνα τὸ συνειδητοποιῶ μὲ τρόμο: Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ μιὰ ἄλλη ἐφημερίδα ποὺ περιέργως ἔχει τὸν ἴδιο τίτλο μὲ τὴν σημερινή· πρόκειται γιὰ μιὰ ἄλλη χώρα, ποὺ κατοικεῖται ἀπὸ ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ μιλοῦν μιὰ ἄλλη γλῶσσα.


70 μόλις χρόνια· οἱ πατεράδες καὶ οἱ παπποῦδες μας ἔχουν ζωντανὲς μνῆμες. Καὶ ὅμως. Αὐτὴ ἡ Ἑλλάδα πρέπει νὰ βρίσκεται σὲ ἕνα ἄλλο, παράλληλο σύμπαν· σὲ ἕνα σύμπαν τοῦ ὀνειρόκοσμου. Τὰ κείμενα, οἱ φωτογραφίες, ἡ γῆ καὶ τὰ κειμήλια, ἁπτά, ὑλικά, τὰ ὀνόματα, ἀκόμη κι οἱ ἄνθρωποι, πολλοὶ ἀκόμη, ζωντανοί. Δικά μας, δίπλα μας, οἰκεῖα· καὶ ξένα μαζί· ἀπὸ ἀλλοῦ. Ἀπὸ ἕναν κόσμο ποὺ κάποτε ἦταν ὁ δικός μας. Καὶ ξάφνου ἀπομακρύνεται, μὲς στὴν ἀχλὺ ποὺ πυκνώνει τοῦ μύθου, κι οἱ πύλες τοῦ παράλληλου αὐτοῦ σύμπαντος τῆς ὀνειροχώρας κλείνουν. Τὸ ΟΧΙ χάνεται, μέσα στοὺς θρύλους τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος, τοῦ Εἰκοσιένα, καὶ τὴν ἀπόμακρη, ἀρχαία ἠχὼ ἀπὸ τοὺς παφλασμοὺς τῶν κουπιῶν στὰ κύματα τῆς Σαλαμῖνος καὶ τὴν κλαγγὴ τῶν ἀσπίδων καὶ τῶν δοράτων στὸν Μαραθῶνα...

«Αἱ ἰταλικαὶ στρατιωτικαὶ δυνάμεις προσβάλλουσιν ἀπὸ τῆς 05:30 ὥρας τῆς σήμερον τὰ ἡμέτερα τμήματα προκαλύψεως τῆς Ἑλληνοαλβανικῆς Μεθορίου. Αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις ἀμύνονται τοῦ Πατρίου ἐδάφους.»

Ἀνατριχιάζω. Ὁ ἑλληνισμὸς ὅλος ἐγείρεται. Οἱ ψυχὲς φλέγονται.

Καὶ ἔξαφνα, μιὰ ἐνοχλητική, χυδαία φωνὴ μὲ ἐπαναφέρει στὸ βάρβαρο ἐδῶ: «Μαζὶ τὰ φάγαμε.»

Πόσο θὰ ἤθελα μιὰ μέρα νὰ ξυπνήσω σ᾿ ἐκεῖνο τὸ πρωϊνό!


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον ΚΡΑΤΥΛΟΣ, 24-10-2010.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Τὸ ὄνομά μου εἶναι Πατρίς

[Ομιλία καθηγητού κ. Σαράντου Καργάκου κατά την τελετή απονομής Αναμνηστικού Μεταλλίου και Τιμητικού Διπλώματος στους επιζώντες πολεμιστές στις επιχειρήσεις των περιόδων 1940-53 (Αλβανία, Μακεδονία, Ήπειρος, Θράκη, Κρήτη, Βόρειος Αφρική, Κορέα).]

Ο Βίκτωρ Ουγκώ σε μία ευτυχισμένη ποιητική του στιγμή είχε γράψει το στίχο: «Δεν γνωρίζω πια τ' όνομα μου· ονομάζομαι Πατρίς». Κάθε φορά που το χρέος μάς καλεί να τιμήσουμε αυτούς που έγιναν προσφορά θυσίας, με την απώλεια της ζωής ή της σωματικής αρτιμελείας, πρέπει να ενθυμούμαστε τους λόγους μεγάλων ανδρών, διότι μόνον αυτών η φωνή μπορεί να υψωθεί ως το οριακό σημείο, στο οποίο καταλήγει «ο τραχύς και δύσκολος της αρετής δρόμος», προς τον οποίο «πετάουν» μόνο τα γόνατα ανδρών γενναίων, όπως θα έλεγε ο Ανδρέας Κάλβος.

Η λήθη είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της μνήμης. Αλλά αν εξαλειφθεί από τους λαούς η μνήμη, τότε θα μοιάζουν με ασθενείς που πάσχουν από αμνησία. Δεν θα γνωρίζουν από πού έρχονται κι από ποιους προέρχονται, με αποτέλεσμα να μην ξέρουν πού βρίσκονται και προς τα πού πορεύονται. Άν σβήσουμε το παρελθόν, πρόσφατο και παλαιό, θα ζήσομε σ' ένα ακατοίκητο μέλλον. Έχει πει μεγάλος μας ποιητής, ο Γιώργος Σεφέρης, την ακόλουθη διδακτική για μας φράση: «Σβήνοντας κανείς ένα κομμάτι από το παρελθόν, είναι σαν να σβήνει και ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον κι είναι θλιβερή πια η ζωή, που μοιάζει με ακατοίκητο σπίτι»!

Από την άποψη αυτή είναι άξιες επαίνου οι Στρατιωτικές μας Σχολές και η πολιτική ηγεσία τους που δεν λησμονούν να τιμούν τα μεγάλα στρατιωτικά γεγονότα, να τιμούν τους επιζώντες παλαιμάχους και να συντηρούν το ευγενές στρατιωτικό πνεύμα, που για μας δεν ήταν ποτέ μιλιταρισμός αλλά πάθος προασπιστικό της εδαφικής μας ακεραιότητας, πόθος προασπιστικός της ειρήνης και σε παλαιότερους καιρούς πόθος απελευθερωτικός των αλύτρωτων ελληνικών περιοχών. Δεν παραβλέπω συμμετοχή σε πολεμικές επιχειρήσεις που καθορίζονταν από συμμαχικές υποχρεώσεις ή δεσμεύσεις. Αλλά σε γενικές γραμμές ο ελληνικός στρατός δεν πήγε αλλού παρά σε εδάφη στα οποία υπήρχε από αρχαιοτάτης εποχής εδραία εθνολογική βάση.

Τον πόλεμο του 1940-41 δεν τον προκαλέσαμε εμείς με κάποια δήθεν αφορμή. Απλώς, τον περιμέναμε και είχαμε τουλάχιστον ηθικώς επαρκώς προετοιμασθεί. Η Ελλάς, εξ αιτίας της Μικρασιατικής καταστροφής και των εσωτερικών κινημάτων, ήταν ακόμη αιματοβαφής. Οι πρόσφυγες δεν είχαν τελείως αποκατασταθεί. Αυτό που είχε αποκατασταθεί ήταν το εθνικό φρόνημα, το οποίο σε υπέρτατο βαθμό είχε οξυνθεί λόγω της αναίσχυντης συμπεριφοράς των Ιταλών όχι μόνο από τον τορπιλισμό της «Έλλης» και στην προβοκατορική ενέργεια να μας φορτώσουν τη δολοφονία του αρχιτσάμη ληστή Νταούντ Χότζα, αλλά και από την παλαιότερη κατάπτυστη ενέργεια του βομβαρδισμού και της καταλήψεως της Κερκύρας, εν έτη 1923 όταν ο ελληνικός λαός και στρατός ήταν κυριολεκτικά ράκη από το οδυνηρό πλήγμα της Μικρασίας. Το ενδεχόμενο μιας ολοκληρωτικής επιθέσεως του Μουσολίνι εναντίον της Ελλάδος ήταν ορατό και από τυφλούς μετά την απόβαση του ιταλικού στρατού στην Αλβανία στις 7 Απριλίου 1939, δηλαδή πέντε μήνες ενωρίτερα από την επίσημη κήρυξη του μεγαλύτερου πολέμου της Ιστορίας.

Ως την έσχατη στιγμή ο Μουσολίνι προωθούσε μία θωπευτική, καθησυχαστική πολιτική έναντι της Ελλάδος. Ο τότε πρεσβευτής της Ιταλίας Γκράτσι, μετά την επιστροφή του από την Ρώμη στις 12 Σεπτεμβρίου 1939, έφερνε προς το Μεταξά διαβεβαιώσεις του Ιταλού δικτάτορα, ότι η Ιταλία ακόμη και σε περίπτωση εμπλοκής της σε πόλεμο «δεν θα αναλάβει αύτη πρωτοβουλίαν επιχειρήσεων έναντι της Ελλάδος. Ίνα δε αποδειχθούν κατά τρόπον συγκεκριμένον τα αισθήματα, από τα οποία εμπνέεται έναντι της Ελλάδος, θα διαταχθεί η οπισθοχώρησης των ιταλικών στρατευμάτων 20 χιλιόμετρα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα». Αυτά όμως, όπως θα έλεγε ο Άμλετ, ήσαν «λόγια, λόγια, λόγια». Όπως συχνά έχω γράψει, η προδοσία στην ευρωπαϊκή πολιτική είναι πάντα θέμα ημερομηνίας. Εξαιρείται η Ελλάς που το μέγα λάθος της -αν το δούμε από την οπτική της realpolitik- είναι ότι ποτέ δεν επρόδωσε σύμμαχο. Και παραμένει σολωμικώτατα, «πάντοτε ευκολόπιστη και πάντα προδομένη». Και πληγωμένη, από τα ίδια τα παιδιά της.

Πάντα βέβαια κάτι σάπιο -για να επανέλθω στον Άμλετ- υπήρχε στο βασίλειο της ευρωπαϊκής πολιτικής, αλλά ποτέ η ηθική σήψη, ο πολιτικός αμοραλισμός, ο κυνισμός και ο αιμοδιψής άνευ ουσιαστικών προσχημάτων, στρατιωτικός επεκτατισμός δεν είχε κορυφωθεί στο βαθμό όπου έφθασε κατά τα μοιραία έτη 1939-1941. Ενώ ο Μουσσολίνι απλόχερα μας έστελνε αναισχύντως τις αλλεπάλληλες ψευδείς εγγυήσεις, οι ένοπλες δυνάμεις του εφάρμοζαν συστηματικά την τακτική των «άδικων χειρών» με τον ανηλεή βομβαρδισμό πολεμικών σκαφών μας: του «Ορίωνος», της «Ύδρας», του «Βασιλέως Γεωργίου», της «Βασιλίσσης Όλγας», για να φθάσουμε στο αποτρόπαιο έγκλημα του τορπιλισμού τις «Έλλης». Αν ζούσε τότε ο δαιμόνιος Ταλλεϋράνδος, δεν θα εχαρακτήριζε τη βύθιση του ευδρόμου έγκλημα· θα το έλεγε λάθος. Διότι το λάθος στην πολιτική κοστίζει σ' αυτόν που το διαπράττει περισσότερο από το έγκλημα. Με την πράξη τους αυτή οι Ιταλοί δεν προσέβαλαν την Ελλάδα, Προσέβαλαν την Παναγία, που για τους Έλληνες είναι σύμβολο ιερό, συνταυτιζόμενο με την πατρίδα. Το λέει άλλωστε το δημοτικό: «Γιατί γιορτάζει η Παναγιά, γιορτάζει και η Πατρίδα».

Οι Έλληνες μαχητές του '40 δεν ήσαν προασπιστές του πατρίου εδάφους, όπως έλεγε το πρώτο πολεμικό μας ανακοινωθέν, ήταν εκδικητές της υβριζόμενης Μεγαλόχαρης, της Παντάνασσας και της Περίβλεπτης Παναγιάς, που επί 1500 χρόνια την ψάλλουμε και την θεωρούμε Υπέρμαχο Στρατηγό. Τα νικητήρια στέφανα σκέπασαν και πάλι τις εικόνες της Θεομήτορος και τις κεφαλές των Ελλήνων μαχητών, που πολεμώντας κατά κραταιού, με απόλυτη υπεροψία, αντιπάλου κατήγαγαν τρόπαια εφάμιλλα, ίσως και υπέρτερα των προγονικών. Όλος ο κόσμος στεκόταν τότε εκστατικός. Ύμνοι Πινδάρειοι επλέκοντο τότε για την Ελλάδα από τα χείλη κορυφαίων πολιτικών, στρατιωτικών και πνευματικών ανθρώπων. Ας αφήσουμε πια της μικρότητες για το ποιος είπε το «ΟΧΙ». Το «ΟΧΙ» ήταν όλων: και της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας και σύσσωμου του λαού, πλην ελαχίστων ηττοπαθών. Ας αφήσουμε κατά μέρος τον πρόσφατο επιστημονικό-πολιτικό σκεπτικισμό κάποιων ιστορικών κριτικών για την σκοπιμότητα του «ΟΧΙ». Είναι προσβολή για τους νεκρούς, τους τραυματίες αλλά και για τους λίγους επιζώντες της μεγάλης εκείνης εποποιίας να διαχέεται η αντίληψη στην παιδεία μας και στα παιδιά μας πως ένα «ΝΑΙ» θα ήταν συμφερτικό. Για κάποιους, ασφαλώς. Ένα μόνο θα πω: «αν οι εν λόγω κριτικοί ήσαν στη θέση του Μεταξά, είμαι σίγουρος πως θα έλεγαν ναι». Και αυτό θα σήμαινε το διαμελισμό μεταπολεμικά όλης της μόλις πρόσφατα συγκροτημένης Ελλάδος.

Δεν θα αναφερθώ σε γεγονότα που σε όλους σας είναι γνωστά. Όταν όλες οι Ευρωπαϊκές χώρες γονάτιζαν εντός ολίγων ημερών προ των χιτλερικών ορδών, η Ελλάς πολεμούσε νικήτρια επί πέντε μήνες στα ηπειρωτικά βουνά και έφερνε τους Ιταλούς σε απόσταση σπιθαμής από το ρίξιμο στην αγκαλιά των κυμάτων. Στο διάστημα αυτό ο στρατός, το ναυτικό και αεροπορία επιτέλεσαν θαύματα. Εκμηδένισαν την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου και κατέδειξαν για μια ακόμα φορά την σημασία του ηθικού παράγοντος, τον οποίο όψιμοι θεωρητικοί του πολέμου έχουν αρχίσει να αμφισβητούν λόγω των νέων τελειοτάτων οπλικών συστημάτων. Ένα θα πω: όλα τα όπλα είναι καλά, ακόμη κι ένας «γηράς» όταν τα χέρια που τον κρατούν δεν τρέμουν και όταν η ψυχή φλογίζεται από το πάθος της θυσίας. Αυτό, όμως, προϋποθέτει πίστη σε ιδανικά, που ποτέ δεν έλειψαν από τη ζωή μας. Γι' αυτό θεωρώ ως το μεγαλύτερο της Ελλάδος εχθρό αυτόν που σκοτώνει στην ψυχή των παιδιών μας το πάθος για ηρωισμό και την δίψα για ιδανισμό. Γι' αυτό άλλωστε σήμερα η παραπαίουσα ιδεολογικά νεολαία ζητεί σαν τον ήρωα του Ίψεν ένα ζευγάρι μεταχειρισμένα -έστω- ιδανικά. Και υψώνει σε ήρωα το Σάββα Ξηρό, διότι το σχολείο και τα λεγόμενα «μίντια» όχι μόνο δεν τιμούν τους πραγματικούς ήρωες -εσάς- αλλά τους αγνοούν και συχνά τους σπιλώνουν.

Μιλάμε συχνά για το έπος του 40 ή, εσφαλμένα, για το έπος της Αλβανίας. Και λέγω εσφαλμένα διότι το έπος δεν ήταν αλβανικό· ελληνικό ήταν και μάλιστα κατά και των Αλβανών που επολέμησαν στο πλευρό των Ιταλών. Είναι, όμως, ιστορική αδικία να λησμονούμε την μάχη των Οχυρών, που θα ήταν ίσως περισσότερο δαφνοστεφής, αν η Γιουγκοσλαβία δεν γονάτιζε από την πρώτη στιγμή και αν ο ελληνικός στρατός δεν είχε πλευροκοπηθεί και στα δύο μέτωπα, αντιμετωπίζοντας το ενδεχόμενο μιας επιθέσεως από τα νώτα. Κάποιοι, που ποτέ δεν γνώρισαν τον τυφώνα μιας πολεμικής κρίσης, ξέρουν post factum, δηλαδή εκ των υστέρων, να εκφέρουν αρνητικές απόψεις για την τότε δράση της παραζαλισμένης απ' τα αλλεπάλληλα πλήγματα πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας μας. Ένα θα πώ: ο τότε Έλλην πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής δεν ήταν πολιτικός. Τραπεζικός ήταν. Κι όμως προέβη σε ενέργεια πολιτική, που κανείς άλλος ευρωπαίος ηγέτης, μετά την υποταγή της χώρας του στον Άξονα, δεν ετόλμησε να πράξει. Ο Κορυζής αυτοκτόνησε. Η αυτοκτονία αυτή είναι μέγιστη πολιτική πράξη. Η Ελλάς πεθαίνει αλλά δεν παραδίδεται. Δεν ήταν μια πράξη απογνώσεως· ήταν πράξη φιλοτιμίας, πράξη αντιστάσεως στην ατιμία. Αλλά την πρώτη σελίδα της αντίστασης την έγραψαν οι νεκροί ευέλπιδες που αυτόβουλα έφθασαν μέχρι Κρήτη και Αίγυπτο.

Βεβαίως υπήρξε ανακωχή -και έπρεπε να υπάρξει-, για να σωθούν οι μαχόμενες στην Ήπειρο και στη Μακεδονία δυνάμεις. Αλλά η ανακωχή δεν είχε επίσημο χαρακτήρα. Η Ελλάς -και το τονίζω αυτό- επισήμως δεν σταμάτησε ποτέ τον πόλεμο. Τον συνέχισε στην Κρήτη, όπου αφανίστηκε το άνθος του γερμανικού στρατού, τον συνέχισε στις ερήμους της Αφρικής, στο τρισένδοξο Έλ-Αλαμέιν, τον συνέχισε στην Ιταλία, και στο Ρίμινι έγραψε μια νέα χρυσή πολεμική σελίδα. Κάθε χρόνο τα μέλη της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, της οποίας έχω την τιμή να είμαι αντιπρόεδρος, κατά το πνευματικό πολυήμερο ταξίδι που πραγματοποιούμε στην Δυτική Ευρώπη, περνάμε από το μνημείο των Ριμινιτών και καταθέτουμε λίγα άνθη ευλαβείας στους τάφους των υπερόχων νεκρών.

Πεδίο μαχών, όμως, δεν ήταν μόνον η ξηρά, ήταν και ο αέρας, ήταν και η θάλασσα. Οι αεροπόροι μας, που στο σύνολο τους έφθασαν στην Μέση Ανατολή, δόξασαν τα φτερά του Ικάρου, αντιπαλεύοντας με Ιταλούς και σκληροτράχηλους Γερμανούς πιλότους. Η κάλυψη νηοπομπών, η ρίψη αλεξιπτωτιστών στα ελληνικά βουνά και νησιά, η συμμετοχή σε βομβαρδιστικές επιχειρήσεις έδωσαν στην αεροπορία μας μια ποιότητα υπεροχής που διατηρείται ακμαία ως σήμερα. Αλλά και ο στόλος -παρά το τραγικό για τις συνέπειές του κίνημα- είχε κι' αυτός ανάλογο μεράδι στη δόξα. Το ν' αναφερθώ στη «Βασίλισσα Όλγα», στον «Αδρία», στα υποβρύχια «Πρωτεύς», «Παπανικολής» και «Κατσώνης» για να δείξω την αξία και την ανδρεία των ναυτικών μας, θα έμοιαζε σαν να άνοιγα ανοιχτές πόρτες. Τούτο μόνο θα πω: ο γηραιός «Αβέρωφ» ως πλοίο συνοδείας, έφθασε ως τον Ινδικό. Πρόσφατα σε εφημερίδα των Πατρών δημοσίευσα άρθρο για ένα λησμονημένο περιστατικό που συνέβη προ του λιμανιού των Πατρών: πρόκειται για τον ηρωισμό δύο σκαφών μας, ενός νοσοκομειακού, που λεγόταν «Ελληνίς» και ενός πλοίου της φαροφυλακής που λεγόταν «Πλειάς». Κι ας μη λησμονούμε τη συμμετοχή ελληνικών πολεμικών στην απόβαση της Νορμανδίας.

Ωστόσο, το μεγαλύτερο τίμημα θυσίας προσέφερε στον πόλεμο η ελληνική εμπορική ναυτιλία. Χάθηκε όλος σχεδόν από τις τορπίλες των Γερμανών ο εμπορικός μας στόλος και το άνθος του ναυτικού μας κόσμου. Υπάρχει, όμως, και ο άγνωστος στους πολλούς πόλεμος των αλιευτικών και μικρών εμπορικών πλοίων, που μετέφεραν χιλιάδες Άγγλους, Καναδούς, Αυστραλούς, Νεοζηλανδούς και Έλληνες εθελοντές στα Μικρασιατικά παράλια. Υπάρχει ακόμη και η χρυσή σελίδα των ειδικά διασκευασμένων μικρών σκαφών, που σαν θαλάσσιες σφήκες όργωναν το Αιγαίο και το Ιόνιο κι έλαβαν μέρος σε πολυάριθμες επιχειρήσεις. Έχω τη χαρά να με τιμά με την φιλία του ένας από τους επιζώντες Κανάρηδες του καιρού εκείνου, ο αειθαλής Ρήγας Ρηγόπουλος και ξέρω από τα βιβλία του και τις ομιλίες του τη ναυτική εκείνη «Ιλιάδα». Όλη αυτή η επιβλητική συμμετοχή των ενόπλων μας δυνάμεων στο πλευρό της προμαχούσας Αγγλίας και Αμερικής, έδωσε το σθένος στην ελληνική κυβέρνηση να διεκδικεί και να απαιτεί. Όταν την 11η Δεκεμβρίου 1941 η βρετανική κυβέρνηση απροσχημάτιστα ανακοίνωσε την απόφασή της για αναγνώριση, μετά τον πόλεμο, της αλβανικής ανεξαρτησίας, η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, τρείς ημέρες μετά, απαντούσε με εκτενές υπόμνημα στο οποίο μεταξύ των άλλων αναφέρονταν τα εξής: «Εν τω μέσω των δεινών του υπό τον αξονικόν ζυγόν, ο ελληνικός λαός δεν είναι δυνατόν να κατανοήσει εν διάβημα αποδόσεως της ανεξαρτησίας της εις την Αλβανίαν, χωρίς ταυτόχρονον ρητήν αναγνώρισην των ελληνικών δικαίων επι της Β. Ηπείρου. Δεν είναι δυνατόν άδηλα οφέλη εκ της συμπράξεως ενός κλάσματος του αλβανικού λαού προς τα Ηνωμένα Έθνη να εξουδετερώσουν την σημασίαν της υπερόχου αντιστάσεως του ελληνικού λαού».

Ασφαλώς, κανείς το 1944 και μετά, όταν η δόξα της Ελλάδος, χάρη και εις την εσωτερική εθνική αντίσταση, είχε φθάσει στο ζενίθ και έκανε την Οικουμένη να παραληρεί, κανείς λέγω δεν θα μπορούσε να παραβλέψει τα εθνικά δίκαια της Ελλάδος, αν η δολερή διχόνοια, όπως την λέγει ο Σολωμός, δεν έδειχνε το σκήπτρο με την «ωραία θωριά», ώστε να μας ρίξει εις σε δάκρυα θλιβερά. Ο λόγος του Πλάτωνος επαληθεύτηκε για ακόμη μια φορά: «Ημείς δε αυτοί ημάς αυτούς και ενικήσαμεν και ηττήθημεν». (Μενέξενος ΧΙΙΙ 2420).

Και μόλις έκλεισε ο κύκλος του αίματος στη δική μας χώρα, νέος κύκλος αίματος άνοιξε στη μακρινή Κορέα. Από το 1950 ως το 1953 ένας αδυσώπητος πόλεμος, που κατά βάθος ήταν μια έμμεση αναμέτρηση ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και στις ΗΠΑ, χώρισε την ιστορική αυτή χερσόνησο σε δυο τμήματα με σημείο τομής τον 38ο παράλληλο. Η Ελλάς συμμετείχε στον πόλεμο αυτό με ένα τάγμα αυξημένης δυνάμεως, με ένα σμήνος μεταγωγικών αεροπλάνων και με μικρά βοηθητικά κλιμάκια. Οι απώλειές μας ήσαν βαρύτατες. Από τις αρχές του 1951 ως το Σεπτέμβριο είχαμε 187 νεκρούς (εκ των οποίων οι 21 αξιωματικοί) και 614 τραυματίες. Είχα την τιμή να γνωρίσω τον στρατηγό «Αρμπούζη» που ηγήθηκε του εκστρατευτικού τάγματος και πρόσφατα είχα τη μεγάλη τιμή να εκφωνήσω τον επικήδειο λόγο σ' ένα σπάνιο για τη σεμνότητά του άνδρα, τον Αντώνη Τσακίρη, που τον διαπέρασε βλήμα όλμου και σκότωσε τον όπισθεν αυτού ερχόμενο στρατιώτη. Μαυροφόρεσαν και τότε πολλές οικογένειες. Η παραμονή του ελληνικού τάγματος συνεχίσθηκε μέχρι το 1958, όταν πια αποσύρθηκαν τα κινεζικά στρατεύματα.

Η συμμετοχή μας στον πόλεμο αυτό, όπως κι εκείνη στην Κριμαία, έχει επικριθεί. Αλλά ας μην είμαστε βιαστικοί. Η αποστολή στρατιωτικής μονάδος στην Κορέα μπορεί να έγινε για λόγους εξαρτήσεως από τις ΗΠΑ, μπορεί να έγινε για λόγους ιδεολογικούς, ωστόσο δεν ήταν άμοιρη πολιτικού ρεαλισμού. Η Ελλάς έβγαινε ράκος από τον εσωτερικό πόλεμο. Έπρεπε για την ανόρθωσή της να στηριχθεί στις ΗΠΑ. Ο στρατός της, κυρίως το ναυτικό και η αεροπορία, χρειάζονταν ριζική ανανέωση. Κάτι που έγινε. Κυρίως, όμως η Ελλάς είχε τότε στόχους εθνικούς: διεκδικούσε την ένωση με την Κύπρο, την αυτονομία της Β. Ηπείρου και την αναδιευθέτηση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων. Οι πολιτικοί μας -ίσως αφελώς- πίστευαν στη βοήθεια των Αμερικανών. Αν τώρα αποτύχαμε στους στόχους μας, αν απατηθήκαμε στις προσδοκίες μας, αυτό δεν μειώνει σε τίποτα την ανδρεία των Ελλήνων μαχητών που σε όλη τη μακρά περίοδο των επιχειρήσεων υπήρξαν απαράμιλλοι, έτσι ώστε κάποιοι Αμερικανοί ηγήτορες να προσγράφουν επιτεύγματα των Ελλήνων στο ενεργητικό των Τούρκων, με την ευτελή δικαιολογία: «Σεις έχετε τρόπαια πολλά, ας γράψουμε και στους Τούρκους μερικά». Από τα δικά μας φυσικά.

Δεν κατοικούμε σε γειτονιά αγγέλων. Όλοι γύρω μας έχουν επίβουλες βλέψεις. Γι' αυτό πρέπει να έχουμε υψηλό μαχητικό φρόνημα και ισχυρό στρατό, για να μη χρειασθεί να τον χρησιμοποιήσουμε ποτέ. Τιμώντας σήμερα τους παλαιμάχους της περιόδου 1940-1958 είναι σαν να δίνει ο σύγχρονος Ελληνικός στρατός όρκο-υπόσχεση ως οι άλκιμοι νεανίες της αρχαίας Σπάρτης: «Άμμες δε γ' εσόμεθα πολλώ κάρονες». Στην Κρήτη, κύριε Υπουργέ, λένε μια παροιμία: «Των μπροστινών πατήματα των πισινών γιοφύργια». Οι δρόμοι της δόξας των παλαιμάχων, είναι γεφύρια των σημερινών πολεμάρχων.


Πηγή: Γενικὸ Ἐπιτελεῖο Στρατοῦ, Τὸ ἔπος τοῦ 1940


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

«Πάνθεον Ἡρώων»


25 Νοεμβρίου 1940

Παιδί μου,

Μοῦ ζητᾶς τὴν διεύθυνσι τοῦ ἀδελφοῦ σου.
Σοῦ τὴν γράφω: «Πάνθεον Ἡρώων»
Σφίξε τὴν καρδιά σου.

Σὲ φιλῶ
Ὁ πατέρας σου


Πηγή: Ἔγγραφα Ἀρχείου Διευθύνσεως Ἱστορίας Στρατοῦ, ἀπὸ τὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΓΕΕΘΑ στὸ Ἕπος τοῦ 1940.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Τηλεγραφήματα τοῦ 1940

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΓΟΝΕΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ 28-10-1940

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΓΟΝΕΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ 28-10-1940

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΓΟΝΕΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ 28-10-1940

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΓΟΝΕΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ 28-10-1940

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΓΟΝΕΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ 28-10-1940


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον olympia.gr, 4-11-2009.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Κώστας Σταυρόπουλος, ὁ πρῶτος ἀρχιεκφωνητής τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ Ἀθηνῶν

Είναι ο εκφωνητής που μετέδωσε το ανακοινωθέν της κήρυξης του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940-41.

Ο Κώστας Σταυρόπουλος ήταν ο πρώτος αρχιεκφωνητής του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών, εγγονός του εθνικού ευεργέτη Πανταζή Βασσάνη.


Γεννήθηκε στην Αίγυπτο και πέθανε στην Αθήνα το 1974. «Θέλγει με τη φωνή του τους ακροατές, οι οποίοι μόλις ανοίξουν το ραδιόφωνο και τον ακούσουν: Είναι ο Σταυρόπουλος!, λένε με θαυμασμό». Αυτά, μεταξύ άλλων επαίνων, είχε γράψει ο γνωστός δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Αλέκος Λιδωρίκης στην εφημερίδα Ασύρματος, στις 25 Ιουλίου 1940, ένα χρόνο, δηλαδή, μετά την πρόσληψη του Κ. Σταυρόπουλου στη νεοσύστατη Ελληνική Ραδιοφωνία. Είχε προσληφθεί ύστερα από έναν πανελλήνιο διαγωνισμό για την κάλυψη μιας θέσης εκφωνητή. Από τους 180 υποψήφιους, πέτυχε πρώτος, εκτός συναγωνισμού. Και είναι ο πρώτος και ο μόνος στην Ελλάδα, που δημιούργησε παράδοση και «σχολή» εκφωνητών.

Ο Σταυρόπουλος εκφωνούσε συνήθως τα βραδινά δελτία ειδήσεων, όλους τους λόγους των επισήμων και τις πιο υπεύθυνες εκπομπές.

Είναι ο εκφωνητής που μετέδωσε το ανακοινωθέν της κήρυξης του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940-41 κι αυτός που κάθε βράδυ στις 23:20 μετέδιδε το λακωνικό ανακοινωθέν του Ελληνικού Στρατηγείου. Στις 5 Απριλίου το 1941 διάβασε την περίφημη «Ανοιχτή επιστολή» προς τον Αδόλφο Χίτλερ του Γ. Α. Βλάχου και την επομένη το πρωί, το ανακοινωθέν της κήρυξης του Ελληνογερμανικού πολέμου. Κι όταν τα εχθρικά στρατεύματα έμπαιναν στην Αθήνα, ο Σταυρόπουλος μπροστά στο μικρόφωνο, με φωνή που έπαλλε από συγκίνηση, εκφωνούσε:

«Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός. Θα είναι γερμανικός και θα μεταδίδει ψέματα. Έλληνες, μη τον ακούτε. Ο πόλεμος συνεχίζεται και θα συνεχισθεί μέχρι της τελικής μας νίκης. Ζήτω το Έθνος των Ελλήνων».

Το απόσπασμα αυτής της συγκλονιστικής μετάδοσης κι άλλα πολεμικά ανακοινωθέντα, ηχογραφήθηκαν μετέπειτα από τον ίδιο τον Σταυρόπουλο για το ηχητικό ντοκιμαντέρ σε δίσκο «Ο Μεγάλος Πόλεμος» και είναι αυτό που μεταδίδεται από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς στα επετειακά τους αφιερώματα για την 28η Οκτωβρίου του 1940.


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον Ινφογνώμων Πολιτικά, 26-4-2010.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Υ/Β Β.Π.Ν. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ - Πλωτάρχης Μίλτων Ἰατρίδης

ΤΟ Υ/Β Β.Π.Ν. "ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ" ΣΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ 1939

Πριν από 70 περίπου χρόνια, το Δεκέμβριο του 1940, ένα άγνωστο, ως τότε, υποβρύχιο του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού έγραφε μια από τις πιο ένδοξες σελίδες στην ιστορία της Ελλάδας, κατά τη διάρκεια του ελληνο-ιταλικού πολέμου του 1940-1941.

Είχε προηγηθεί η ιταλική πρόκληση της 28ης Οκτωβρίου, η οποία είχε βρει την Ελλάδα έτοιμη να δώσει τη μάχη «υπέρ βωμών και εστιών», από κάθε σπιθαμή της επικράτειας.

Το υποβρύχιο ονομαζόταν «Παπανικολής» και είχε, κατά τη διάρκεια του πολέμου, ως Κυβερνήτη τον Πλωτάρχη ΒΠΝ Μίλτωνα Ιατρίδη.

Στις 24 Δεκεμβρίου 1940, το υποβρύχιο «Παπανικολής» επιτέθηκε εναντίον μεγάλης ιταλικής νηοπομπής στην Αδριατική θάλασσα και κατόρθωσε να βυθίσει στα Στενά του Οτράντο τρία ιταλικά οπλιταγωγά, συνολικού βάρους 25.000 τόνων, που μετέφεραν όπλα, πολεμοφόδια και εν γένει πολεμικό υλικό στα παράλια της Αλβανίας, για να ενισχυθούν οι ιταλικές μονάδες που προσπαθούσαν να νικήσουν τους Έλληνες ...

Για το κατόρθωμά του αυτό, ο Κυβερνήτης Μίλτων Ιατρίδης προβιβάστηκε άμεσα σε Αντιπλοίαρχο επ' ανδραγαθία και του απονεμήθηκε το «Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας» (30 Δεκεμβρίου 1940).

Το γεγονός αυτό περιποιεί ιδιαίτερη τιμή όχι μόνο στο Πολεμικό μας Ναυτικό, που αγωνίστηκε ισάξια με το Στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά και στο Νομό Κορινθίας, καθώς ο Πλωτάρχης Μ. Ιατρίδης είχε και Κορινθιακή καταγωγή.

Ο ΠΛΩΤΑΡΧΗΣ ΜΙΛΤΩΝ ΙΑΤΡΙΔΗΣ (ΑΡΙΣΤΕΡΑ) ΣΤΟΝ ΝΑΥΣΤΑΘΜΟ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ, ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΩΝ ΙΤΑΛΙΚΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΣΤΗΝ ΑΔΡΙΑΤΙΚΗ, ΟΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΔΕΚΤΟΣ ΜΕ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΥ ΑΠΟ ΝΑΥΤΕΣ & ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

Γεννήθηκε στο Σοφικό το 1906, τον τόπο καταγωγής της μητέρας του. Ο πατέρας του, Βασίλειος Ιατρίδης, καταγόταν από τον Πύργο Ηλείας και ασκούσε το επάγγελμα του εκπαιδευτικού. Μετά την ολοκλήρωση των εγκυκλίων σπουδών του, ο Μίλτων Ιατρίδης εισήλθε στη Σχολή των Ναυτικών Δοκίμων το 1921 και αποφοίτησε ως μάχιμος Σημαιοφόρος στις 26 Ιανουαρίου 1926. Από τότε υπηρέτησε κυρίως στα υποβρύχια.

Δεκατρία χρόνια αργότερα, στις 10 Φεβρουαρίου 1939, προβιβάστηκε στο βαθμό του Πλωτάρχη. Από τη θέση αυτή και με τη συνακόλουθη ανάληψη του αξιώματος του Κυβερνήτου του «Παπανικολής», συνέβαλε τα μέγιστα στον αγώνα εναντίον του Άξονα.
Είναι βέβαιο πως η πράξη του έχει γραφεί με «χρυσά γράμματα» στην ιστορία του ελληνο-ιταλικού πολέμου.

Ως τα μέσα του 1941 και τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας - με την ταυτόχρονη πτώση της Κρήτης -, όργωνε κυριολεκτικά με το υποβρύχιό του τη θάλασσα του Σαρωνικού, απ' τις ακτές του οποίου, κυρίως στην περιοχή του Σοφικού, παρελάμβανε Άγγλους και Νεοζηλανδούς σαμποτέρ, οι οποίοι είχαν φθάσει στην περιοχή για να προκαλέσουν δολιοφθορές στις πρώτες δυνάμεις Κατοχής που κατέφθαναν στην Κορινθία. Οι σαμποτέρ μεταφέρονταν με τον «Παπανικολή» στην Κρήτη, απ' όπου συνέχιζαν τον αγώνα κατά των Γερμανών. Στην περιοχή του Σοφικού, υπάρχει ο όρμος της «Σελόντας», που αποτελούσε και το καταφύγιο του υποβρυχίου, όταν ο Κυβερνήτης του επισκεπτόταν το χωριό του.

Μετά το τέλος του πολέμου, οδήγησε το υποβρύχιό του στη Μέση Ανατολή, όπου είχε καταφύγει η ελληνική Κυβέρνηση, αφού αντιμετώπισε πολλούς κινδύνους.

Στα τέλη Δεκεμβρίου 1941, ο Ιατρίδης στάλθηκε στην Αγγλία για να παραλάβει το αντιτορπιλικό «Μιαούλης», του οποίου πλέον είχε τοποθετηθεί Κυβερνήτης και επέστρεψε με αυτό στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στα τέλη του 1942. Στη συνέχεια υπηρέτησε στη Βάση Υποβρυχίων και σε άλλες υπηρεσίες της ξηράς.

Μετά το τέλος του πολέμου, επιστάτησε στις επισκευές του ιταλικού καταδρομικού «Ευγένιος της Σαβοΐας», που είχε δοθεί, τότε, στην Ελλάδα ως πολεμική αποζημίωση και μετονομάστηκε «Έλλη».

Ο Μ. Ιατρίδης αποστρατεύτηκε αυτεπάγγελτα στις 29 Δεκεμβρίου 1952, με σύγχρονη προαγωγή στον βαθμό του Πλοιάρχου. Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1960, ο μεγάλος αυτός άνδρας του Πολεμικού μας Ναυτικού, σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα στους Αγίους Θεοδώρους Κορινθίας, σε ηλικία 54 ετών. Ήταν παντρεμένος με τη Λέλα Ιατρίδη (η οποία απεβίωσε πρόσφατα) και έχει μια κόρη, την Αδριατική, η οποία πήρε το όνομα της θάλασσας όπου ο Πλωτάρχης πατέρας της έγραψε μια από τις λαμπρότερες σελίδες της εμπόλεμης ιστορίας μας.

Στη γενέτειρά του, το Σοφικό, έχει τοποθετηθεί η προτομή του Μίλτωνος Ιατρίδη, στο προαύλιο του Ναού της Αγίας Τριάδος. Παρόμοια προτομή υπάρχει και στην πόλη της Κορίνθου, ως τιμή στον μεγάλο Κορίνθιο Πλωτάρχη.

ΚΑΤΑ ΤΟ 1971, ΤΟΤΕ ΔΗΛΑΔΗ ΠΟΥ ΤΟ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΕΝ ΕΘΕΩΡΗΤΟ "ΑΜΑΡΤΗΜΑ" ΚΑΙ "ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ", ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΤΑΙΝΙΑ "ΥΠΟΒΡΥΧΙΟΝ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ" ΜΕ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΑΖΑΚΟ ΣΤΟ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΠΛΩΤΑΡΧΗ ΙΑΤΡΙΔΗ, ΤΗΝ ΑΙΜΙΛΙΑ ΥΨΗΛΑΝΤΗ ΣΤΟΝ ΡΟΛΟ ΤΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ ΤΟΥ ΛΕΛΑΣ, ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΦΕΡΤΗ ΣΤΟ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ, ΤΟΝ Γ.ΜΑΛΟΥΧΟ, ΤΟΝ Π.ΛΙΑΡΟ και ΓΝΩΣΤΟΥΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥΣ.

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΜΑΣ!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ κ.ΝΙΚΟΥ ΚΩΝΣΤΑ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΤΟ 2008 ΣΕ ΤΟΠΙΚΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΗΤΑΝ ΤΟΤΕ ΜΕΛΟΣ.


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον ΚΩΣΤΑΣ "Μαυροσκούφης", 13-8-2010.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Ὁ θρύλος τοῦ Κωνσταντίνου Κουκίδη

Σχετικά με την περίπτωση του Κωνσταντίνου Κουκίδη, υπάρχουν 2-3 εκδοχές. Η πιο διαδεδομένη, είναι ότι ήταν εύζωνος, ο οποίος ήταν φρουρός στην Ακρόπολη, στις 27 Απριλίου 1941, την πρώτη ημέρα παρουσίας δηλαδή των Γερμανών στην Αθήνα. Όταν ένα γερμανικό απόσπασμα με επικεφαλής τον λοχαγό Γιάκομπι (Peter Jacoby) και τον υπολοχαγό Έλσνιτς (Georg Elsnits), ανέβηκαν στην Ακρόπολη για να αναρτήσουν την γερμανική σημαία, ζήτησαν από τον Κουκίδη να υποστείλει την ελληνική.

Σ’ αυτό το σημείο, σύμφωνα με μια εκδοχή, ο Κουκίδης βουβός και βουρκωμένος κατέβασε την ελληνική σημαία, τύλιξε το κορμί του μ’ αυτή και πήδηξε από την Ακρόπολη. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Κουκίδης αρνήθηκε να την υποστείλει και το χρέος αυτό ανέλαβε ένας Γερμανός στρατιώτης, ο οποίος αφού υπέστειλε την ελληνική σημαία, την δίπλωσε και την παρέδωσε στον Κουκίδη που στην συνέχεια πήδηξε μαζί μ’ αυτήν απ’ την Ακρόπολη.

Οι έρευνες που έχουν γίνει έκτοτε, δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν κανέναν στρατιώτη ή εύζωνο στα στρατιωτικά αρχεία, με το όνομα Κωνσταντίνος Κουκίδης, προκαλώντας εύλογα ερωτηματικά. Ως απάντηση σ’ αυτή την αδυναμία έρχεται μια άλλη εκδοχή που λέει ότι ο Κουκίδης δεν ήταν στρατιώτης και δεν βρισκόταν μ’ αυτή την ιδιότητα στην Ακρόπολη (κάτι τέτοιο δεν προβλέπονταν ούτως ή άλλως όμως, καθώς είχε ήδη συναφθεί συνθήκη ανακωχής-παράδοσης με την Γερμανία). Ο Κωνσταντίνος Κουκίδης, σύμφωνα με τον συγγραφέα Ιωάννη Γιαννόπουλο (βιβλίο «Μυστική Ακρόπολη»), «Είναι μόλις 17 χρονών και μέλος της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (ΕΟΝ). Μόλις χθες (σ.σ: 26 Απριλίου 1941), η τοπική επιτροπή της Νεολαίας του Θησείου απεφάσισε όπως τα νεαρά της μέλη εκτελούν τα καθήκοντα του φρουρού της σημαίας μέχρις ότου το κατοχικό κράτος θα απεφάσιζε -με την συνεργασία των κατοχικών δυνάμεων- το τι θα έμελλε να γίνει».

Πάντως, αργότερα ο Γερμανός στρατηγός φον Στούμε έδωσε διαταγή και στις 3 το μεσημέρι της ίδιας μέρας, της πρώτης μέρας της Κατοχής, υψώθηκε στην Ακρόπολη και το Δημαρχείο και η ελληνική σημαία, δίπλα από τη γερμανική. Σύμφωνα με μια εκδοχή, οι προαναφερθέντες Γερμανοί αξιωματικοί, Γιάκομπι και Έλσνιτς, αναγνωρίζοντας το ηρωικό της πράξεως του Κουκίδη, ζήτησαν άδεια και την έλαβαν από την γερμανική διοίκηση (Βέρμαχτ) να αναρτείται και η ελληνική σημαία στην Ακρόπολη, όπως κι έγινε. Αυτή η εκδοχή όμως δεν φαίνεται να συμφωνεί με το γεγονός (που εμμέσως πάντως, επιβεβαιώνει το συμβάν) ότι γερμανική στρατιωτική διοίκηση Αθηνών υποχρέωσε την προδοτική κυβέρνηση Τσολάκογλου να δημοσιεύσει στον Τύπο ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία ο φρουρός της σημαίας μας, υπέστη έμφραγμα από την συγκίνηση όταν του ζητήθηκε να την παραδώσει.

Κάποια άλλα στοιχεία που φαίνεται να συνηγορούν υπέρ τού ανωτέρω ηρωικού γεγονότος και των οποίων γίνεται επίκληση, είναι τα εξής:

1. Η δήλωση τού επί κεφαλής τής Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού (Δ.Ι.Σ.), ότι πράγματι εκ των ιστορικών αρχείων, εμφαίνεται ότι «ο φρουρός στρατιώτης τής σημαίας ηυτοκτόνησεν περιβληθείς ταύτην».

2. Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, στα απομνημονεύματά του, αναφέρει ότι: «Ο Έλλην φρουρός τής Ελληνικής σημαίας επί τής Ακροπόλεως, μή θελήσας νά παραστή μάρτυς τού θλιβερού θεάματος τής αναρτήσεως τής εχθρικής σημαίας, ώρμησεν εκ τής Ακροπόλεως κρημνισθείς καί εφονεύθη. Εκάθησα στό γραφείον μου περίλυπος μέχρι θανάτου καί δακρύων…».

3. Η εφημερίδα Daily Mail δημοσίευσε στις 9 Ιουνίου 1941, σε δημοσίευμα με τίτλο «A Greek carries his flag to the death» (Ένας Έλληνας φέρει την σημαία του έως τον θάνατο) γράφει: «Ο Κώστας Κουκίδης, Έλληνας στρατιώτης ο οποίος φρουρούσε το εθνικό σύμβολο των Ελλήνων πάνω στην Ακρόπολη, τυλιγμένος με την Γαλανόλευκη, εφόρμησε στο κενό και αυτοκτόνησε (27/4/1941)».

4. Ο Νίκολας Χάμοντ (Nicolas Hammond), καθηγητής τού Πανεπιστημίου τού Κέμπριτζ, αξιωματικός Ειδικών Επιχειρήσεων Καΐρου στην Ελλάδα κατά την Κατοχή, γράφει: «Την 27ην Απριλίου 1941, λίγο προτού χαράξει, όλα ήσαν κλειστά. Τότε έμαθα ότι οι Γερμανοί διέταξαν τον φρουρό τής Ακροπόλεως να κατεβάσει το ελληνικό σύμβολο. Πράγματι, εκείνος την υπέστειλε. Τυλίχθηκε με αυτήν και αυτοκτόνησε, πέφτοντας από τον βράχο…».

5. Μια αναφορά του λογοτέχνη Μενέλαου Λουντέμη στο διήγημά του «Τα άλογα του Κουπύλ», που γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1944: «…την κατέβασε, τυλίχθηκε μέσα κι έπεσε χωρίς ηρωισμούς απ’ το βράχο».

6. Το Λεύκωμα «Έπεσαν για τη ζωή», του ΚΚΕ: «Τη στιγμή που άλλοι έδιναν γη και ύδωρ στους χιτλερικούς, ο Έλληνας στρατιώτης, πιστός στα πατριωτικά ιδανικά, προτίμησε να αυτοκτονήσει τυλιγμένος με τη γαλανόλευκη, πέφτοντας από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, παρά ν’ ανεβάσει στον ιστό τη σβάστικα».

7. Σύμφωνα με την ιστορική έρευνα τού αντιστασιακού ερευνητή Κώστα Γ. Κωστοπούλου: «Ο Ήρωας Στρατιώτης, χτυπώντας πάνω στα βράχια, στην διαδρομή τής πτώσεώς του στον γκρεμό από τον βράχο τής Ακροπόλεως, όταν τελικά κατατρακυλώντας, έπεσε στην οδό Θρασύλλου στήν Πλάκα, είχε πολτοποιηθεί και η στολή του ήταν καταξεσκισμένη. Όταν τον περιμάζεψαν δύο-τρεις κάτοικοι τής Πλάκας, δεν βρήκαν τίποτε επάνω του εκτός από ένα τσαλακωμένο ταχυδρομικό δελτάριο στο οποίο έγραφε πολύ κακογραμμένα το όνομα τού παραλήπτη: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΚΙΔΗΣ. Αυτά τα στοιχεία είχαν καταθέσει δύο γέροντες (επιζώντες ακόμη) σχετικά με το ανωτέρω περιστατικό».

8. Μια προσωπική έρευνα του αντιστασιακού Χαράλαμπου Ρούπα, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα της Αιγιαλείας» (12 Μαΐου 2006):
«Εγώ και οι φίλοι μου, περίεργοι και αργόσχολοι συνταξιούχοι, αρχίσαμε νά ψάχνουμε στήν Πλάκα μέσα στα παραδοσιακά ταβερνάκια και καφενεία, μήπως βρούμε κάποιο γεροντάκι που να μάς έλεγε κάτι το σχετικό. Όλοι γνώριζαν το περιστατικό, αλλά μάς έλεγαν, “άκουσα… μού είπαν…”, δηλαδή αυτά πού γνωρίζαμε κι εμείς. Τελικά, ψάχνοντας καί κάνοντας με υπομονή την έρευνά μας, βρήκαμε μία γριούλα που μάς είπε: “Πηγαίνετε κάτω στού Μακρυγιάννη (μάς είπε περίπου την διεύθυνση), κι εκεί ζει ένας πρώην τσαγκάρης. Αυτός είναι ο γιος τού παγοπώλη ο οποίος μέ τό καροτσάκι του πήρε τον νεκρό στρατιώτη, και τον επήγε στο Α’ Νεκροταφείο καί τόν έθαψε”.
Τελικά, συναντήσαμε τον γερο-τσαγκάρη. Δυσκολευθήκαμε όμως να τού δώσουμε να καταλάβει το τι θέλαμε να μας πει, διότι ούτε άκουγε, κι ούτε έβλεπε καλά. Στο τέλος, συγκινημένος, μάς είπε: “Εκείνη την ημέρα είχαμε κλεισθεί στα σπίτια μας, όπως κι όλη η Αθήνα. Εγώ τότε ήμουν 16 χρονών. Ακούσαμε στον δρόμο μία γριά που στρίγκλιζε. Πεταχθήκαμε τότε στον δρόμο δύο-τρεις, για να δούμε το τι συμβαίνει, και τότε είδαμε το τραγικό αυτό θέαμα: Ένα χιλιοστραπατσαρισμένο πτώμα ντυμένο στο χακί και μία σημαία γύρω του ματωμένη. Χαρτιά, πορτοφόλι κλπ. δεν βρέθηκαν επάνω του, εκτός από ένα δελτάριο που έγραφε το όνομά του. Τό δελτάριο το κράτησε ένας φίλος τού πατέρα μου. Επειδή ο πατέρας μου κι εγώ μοιράζαμε κολώνες πάγου στα σπίτια, είχαμε ένα καρότσι. Το έβαλαν το παλληκάρι μέσα μαζί με την σημαία, το σκέπασαν με μία κουβέρτα και το πήγαν μαζί με τον φίλο του στο Α΄ Νεκροταφείου και το έθαψαν.
Εκεί βρήκαν έναν παπά και του είπαν τι είχε συμβεί. Αυτός τούς πήγε σε έναν ανοικτό τάφο, τύλιξαν το παλληκάρι με ό,τι είχε μείνει από την σημαία, είπε και δύο-τρία λόγια ο παπάς και το παράχωσαν. Εκείνο όμως που πρέπει να σας τονίσω, αυτό το τραγικό περιστατικό από στόμα σέ στόμα το είχε μάθει όλη η Αθήνα. Ο πατέρας μου φοβήθηκε και δεν με πήρε μαζί του. Εάν πήγαινα κι εγώ, τότε θα σας υπέδειχνα που ακριβώς είναι παραχωμένο το παλληκάρι. Τον πατέρα μου, τον έχασα τον Ιανουάριο τού 1942 στην μεγάλη πείνα.”».

9. Από το βιβλίο «Μυστική Ακρόπολη» του Ιωάννη Γιαννόπουλου, παρατίθενται δύο ακόμα μαρτυρίες.
Ο Κυριάκος Γιαννακόπουλος, παιδί ακόμη, πουλούσε τσιγάρα στην Πλάκα, γεννημένος πριν ένδεκα χρόνια στο Θησείο. Έτυχε την στιγμή της θυσίας να στρέψει το βλέμμα του προς την Ακρόπολη: «Την ώρα ακριβώς που έπεφτε το παιδί με την σημαία τυλιγμένο και κτυπούσε στους βράχους. Έκανα να τρέξω προς τα εκεί και δεν μπορούσα. Ναι προσπάθησα, να πάω και εγώ εκεί… Το παιδί… τρέξανε, χάλασε ο κόσμος, έγινε σεισμός εκείνη την ώρα που είδαν το παιδί, όλος ο κόσμος αναστατώθηκε. Πού να πάω εγώ παιδάκι τότε, να χωθώ, εκεί μέσα στην στοά της Ακροπόλεως, να μαζέψω… να προσφέρω τι; Απλώς πήρα τα πράγματά μου και έφυγα. Σκοτώθηκε εκείνη την ώρα. Κτύπησε στους βράχους και εκτινάχθηκε. Το θυμάμαι, το βλέπω σαν να το βλέπω τώρα. Αυτό το πράγμα δεν πρόκειται να φύγει ποτέ από τα μάτια μου, μόνο όταν πεθάνω!».
Ο Στάθης Αρβανίτης, μικρό παιδί κι αυτός, θυμάται: «Ήμουνα τότε επτά χρονών. Μέναμε ακριβώς κάτω απ’ την Ακρόπολη. Εκείνη την ημέρα στις 27 Απριλίου -μια ημέρα ηλιόλουστη με καθαρότατο ουρανό- ο πατέρας μου είχε απαγορέψει και στον αδελφό μου και στην μητέρα μου να βγούνε απ’ το σπίτι. Εγώ ήμουνα στην ταράτσα και έπαιζα με το αυτοκινητάκι μου. Ξαφνικά βλέπω ένα σώμα, μάλλον πρέπει να ‘τανε τσολιάς, να πέφτει από την Ακρόπολη και να χτυπιέται στους βράχους. Κατέβηκα κάτω και το ανέφερα στον πατέρα μου, ο οποίος μέσα στην σύγχυση την στιγμή που έμπαιναν οι Γερμανοί, κάπως δεν με πίστεψε. Μετά 15 ημέρες έρχεται και μου λέει: “Μικρέ είχες δίκιο. Το είπε το BBC.”».

10. Το γεγονός φέρεται να μνημονεύτηκε σε εφημερίδες του τότε αθηναϊκού Τύπου.

Ανεξαρτήτως πάντως, από τα παραπάνω, επισήμως και βάσει ερευνών (του Γ.Ε.Σ. και του Υπουργείου Πολιτισμού), ο Κωνσταντίνος Κουκίδης θεωρείται ανύπαρκτο πρόσωπο, καθώς αυτές οι μαρτυρίες δεν αποτελούν (για τους επίσημους φορείς) ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία, παρ’ ότι στο σημείο που εικάζεται ότι έπεσε ο Κουκίδης, ο Δήμος Αθηναίων συμβολικά έχει αναγείρει αναθηματική στήλη που μνημονεύει το όνομά του. Αποτελεί μυστήριο και ερωτηματικό επίσης, το ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, είτε γι’ αυτόν είτε για την οικογένεια του, που λογικά θα έπρεπε να τον αναζητήσει και να τον «διεκδικήσει». Η μοναδική μαρτυρία που επιβεβαιώνει την ύπαρξη του Κουκίδη, είναι του αντιστασιακού Σπύρου Μήλα (περιοδικό Ελλοπία, Μάιος 1998), ο οποίος ισχυρίστηκε ότι τον γνώριζε προσωπικά (τον περιγράφει, ως έναν 20χρονο νέο, μάλλον κοντό κι αδύνατο, ακομμάτιστο, οικοδόμο στο επάγγελμα και κάτοικο Περάματος ή Κερατσινίου) κι ότι έμαθε για τον τραγικό του θάνατο, 2-3 ημέρες μετά το συμβάν. Λίγα χρόνια όμως αργότερα, ο 84χρονος -τότε- Μήλας σε τηλεοπτική εκπομπή (Τηλετώρα 21.4.2000), αντιφάσκει, καθώς ισχυρίστηκε πως είδε με τα μάτια του την πτώση του Κουκίδη. Λέγεται πάντως, χωρίς να επιβεβαιώνεται και να εξακριβώνεται, ότι στα αρχεία κάποιου νεκροταφείου των Αθηνών, υπάρχουν η ημερομηνία θανάτου και η ηλικία του Κωνσταντίνου Κουκίδη.

Κλείνοντας την περίπτωση Κουκίδη, θα πρέπει να αναφερθεί και η άποψη που λέει, πως η δυστοκία και αναποτελεσματικότητα ως προς την εύρεση στοιχείων επιπλέον αποδεικτικών στοιχείων ή και αποδοχή των ήδη υπαρχόντων, οφείλεται εν πολλοίς στο ότι ο Κουκίδης εμφανίζεται να ήταν μέλος της νεολαίας (ΕΟΝ) του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, στοιχείο μάλλον «επιβαρυντικό» γι’ αυτόν.

http://www.pare-dose.net/?p=2795


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον Ινφογνώμων Πολιτικά, 26-4-2010.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Τὰ 132 τεύχη τοῦ περιοδικοῦ «ἡ Νεολαία»

Το περιοδικό «ἡ Νεολαία» (τα 132 τεύχη) είχε ποικίλη ύλη παιδική και νεανική, μορφωτική και ενημερωτική. Μυθολογία, ιστορικά διηγήματα, σελίδες ιστορίας, σελίδες του Ευαγγελίου και της Ορθοδοξίας, διηγήματα ελληνικά και ξένα σε μετάφραση, παραμύθια του Ελληνικού λαού, σελίδες με παιγνίδια και αστεία, με χειροτεχνία και καλλιτεχνική δημιουργία. Παράλληλα εγκυκλοπαιδικές γνώσεις επαγγελματικό προσανατολισμό, ιατρικές γνώσεις υγιεινής. Με την αλληλογραφία που αναπτύχθηκε, με τους συντάκτες του περιοδικού, έγινε δημοσίευση πεζών κειμένων, ποιημάτων και εντυπώσεων των φαλαγγιτών από τη ζωή στην Ε.Ο.Ν, τις εκδρομές, και τους αθλητικούς αγώνες σε όλη την Ελλάδα. Αναφορές από τις δραστηριότητες, όπως μία κατάσβεση πυρκαιάς στην Σαλαμίνα, από νέους της Ε.Ο.Ν, τον Αύγουστο του 1940. Ανάμεσα στους συγγραφείς ανακαλύπτουμε πρόσωπα γνωστά αργότερα.

Μέσα από την «Νεολαία» δινόντουσαν πληροφορίες για ομαδικές δραστηριότητες, όπως η περισυλλογή των αχρήστων αντικειμένων -Ανακύκλωσης (2.9.1940). Υπήρχαν συμβουλές για την ασφάλεια των πολιτών σε περίπτωση πολέμου. Σε τεύχη του Ιουλίου του 1940 βρίσκουμε συμβουλές για την αεράμυνα. Πριν η τορπίλη κτυπήσει το καταδρομικό ΕΛΛΗ, συμβουλές για την αναγνώριση συμπτωμάτων χημικού πολέμου και την αντιμετώπιση με κατάλληλα μέσα.

Ο Ιωάννης Μεταξάς, με τη γενική διαπαιδαγώγηση των νέων στα ιδεώδη της φυλής, θύμιζε το ηρωικό παρελθόν της φυλής, με πρόβλεψη να αναγεννήσει την πίστη στο μέλλον της Ελλάδος, προσφέροντας ένα όραμα για τον επόμενο ρόλο που θα μπορούσαν να έχουν οι Έλληνες στον Ευρωπαικό πολιτισμό, ρόλο πνευματικό.

Η συμμετοχή στην ΕΟΝ στην αρχή λειτούργησε προαιρετικά μετά όμως ένα χρόνο, ιδίως μετά από το 1939 όταν πια η Ιταλία μπήκε στον πόλεμο η ένταξη στην Ε.Ο.Ν. έγινε υποχρεωτική και η οργάνωση έφτασε να περιλαμβάνει 1.500.000 παιδιά.

Πολλοί στεναχωρήθηκαν και θύμωσαν γιατί ο Ι. Μεταξάς διέλυσε την οργάνωση των Προσκόπων. Ήταν αναγκαίο να υπάρχει ενότητα και κοινή προσπάθεια, κατευθυνόμενη από την Ελλάδα και όχι από την Αγγλία, στην οποία παραδοσιακά ανήκε και προήρχετο ο προσκοπισμός και διατηρούσε δεσμούς. Στην πολιτική του ο Ι. Μεταξάς μπορεί να ήταν σύμμαχος των Αγγλων είχε όμως και αντιρρήσεις σε πολλά σοβαρά θέματα που δεν συνέφεραν την Ελλάδα και αφκριβώς αυτό ήθελε να αποφύγει την ανάμειξη τους και την διάσπαση που κινδύνευε να υποστεί.

«ἡ Νεολαία» άρχισε να τυπώνεται και κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1938. Τα συνθήματα που έχει ήδη στην πρώτη σελίδα μαρτυρούν το λόγο υπάρξεώς της.



Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον Ἰωάννης Μεταξάς, 4-6-2010, συνοδευτικὸν ἱστολόγιον τοῦ δικτυακοῦ τόπου ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ τῆς Ἰωάννας Φωκᾶ.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Προετοιμασία τοῦ Πολέμου

Η Προετοιμασία του Πολέμου ήταν Στρατιωτική, Διπλωματική και Κοινωνική. Η Εξωτερική Πολιτική του Μεταξά είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο που δεν μπορεί να καλυφθεί στην παρούσα ιστοσελίδα, παρά μόνο με μερικές χρονολογικές κατατοπιστικές καταγραφές.
Οι προσωπικές του σημειώσεις στο Ημερολόγιο είναι μόνο ενδεικτικές για τις συναντήσεις, τα σύμφωνα, τις συμμαχίες, τις διαπραγματεύσεις και τις ισορροπίες που επέτυχε. Διατυπωμένες τηλεγραφικά στο Ημερολόγιο του, όπως και οι αντίστοιχες κρίσεις του σε κάθε γεγονός, έχουν ανάγκη εκτεταμένης επεξήγησης.
Επίσης εκτεταμένη είναι η αλληλογραφία του με τις Ελληνικές Πρεσβείες Ρώμης, Βερολίνου, Λονδίνου, Παρισίων, Αγκυρας, Σόφιας, Βελιγραδίου και Τιράνων. Στη βιβλιογραφία συνεχώς προστίθενται νέα στοιχεία, όμως ακόμα δεν έχει παρουσιασθεί καμία ικανοποιητική ιστορική μελέτη που να αντιμετωπίζει όλο το φάσμα των διπλωματικών του ενεργειών.
Η Εξωτερική πολιτική οργανώθηκε με συντονισμένη διπλωματική δραστηριότητα προς κάθε κατεύθυνση, με αλλεπάλληλα ταξίδια του ιδίου, που ως υπεύθυνος Υπουργός Εξωτερικών, κινήθηκε προς τέσσερεις βασικούς άξονες, προκειμένου να συγκρατήσει συμμαχίες που κατέρρεαν και συμφωνίες που δεν ετηρούντο, από συμμάχους και μη. Οι στόχοι που έθεσε ήταν:
Την ένταξη της Ελλάδος στο πλευρό των Συμμάχων.
Την διατήρηση της ουδετερότητας και αποφυγή κάθε πρόκλησης.
Την δημιουργία και ενίσχυση συμφώνων με τα Βαλκανικά κράτη και την Τουρκία.
Την παρακολούθηση λεπτό προς λεπτό της στάσεως της Ιταλίας από τον ίδιο, όταν άρχισαν οι προκλήσεις, που τις αντιμετώπισε με άμεση αντίδραση, ώστε να μην γεννηθεί η παραμικρή παρεξήγηση και αφορμή πολέμου, όπως στον τορπιλισμό της ΕΛΛΗΣ. Η δημιουργία και σωστή λειτουργία δικτύου κατασκοπείας και αντικατασκοπείας για συλλογή πληροφοριών τον κρατούσε προσωπικά ενήμερο για τα διαδραματιζόμενα. Συγκεκριμένα ενώ αγωνίστηκε με κάθε τρόπο για την στήριξη συμμαχιών στο Βαλκανικό Σύμφωνο, το αποτέλεσμα ήταν απόλυτα αρνητικό, αφού ένας ένας οι σύμμαχοι βαλκάνιοι τραβούσαν το δικό τους δρόμο συμφέροντος ή καιροσκοπισμού και παραδίδονταν στις δυνάμεις του άξονα χωρίς να υπολογίζουν τις συμφωνίες.
3 Μαΐου του 1936 αναχωρεί για το Βελιγράδι για την Σύνοδο του Συμβουλίου Βαλκανικής Συνεννοήσεως. Ήδη από το 1934 είχε κάνει παρατηρήσεις και προείδε την περίπτωση εμπλοκής του συμφώνου σε περίπτωση Ιταλικής εισβολής, με ένα από τα Βαλκανικά κράτη.
5 Μαΐου του 1936 ολοκλήρωσε την συμφωνία των Βαλκανικών κρατών. (Ελλάδα, Βουλγαρία , Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία).
24 Μαΐου 1937. Ο Ινονού επισκέπτεται την Αθήνα διαβιβάζων θερμό τηλεγράφημα από τον Μουσταφά Κεμάλ.
Οκτώβριο του 1937. Ο Μεταξάς ανταποδίδει την επίσκεψιν.
Ακολουθεί η Βαλκανική Σύνοδος στην Αγκυρα όπου απεφασίσθη η πολιτική συνεργασία των δύο κρατών για απεριόριστο διάρκεια.
Μάρτιο 1938. Ο Μεταξάς μεταβαίνει εις Κωνσταντινούπολη ένα μήνα αργότερα πετυχαίνει την υπογραφή «Προσθέτου Ελληνοτουρκικής Συνθήκης».
31 Ιουλίου 1938. Ως Πρόεδρος του Διαρκούς Συμβουλίου της Βαλκανικής Συνεννοήσεως υπογράφει στην Θεσσαλονίκη «Σύμφωνο μη Επιθέσεως».
1 Νοεμβρίου 1938. Συναντάται μυστικά ο Βούλγαρος Πρωθυπουργός Κιοσειβάνωφ με τον Γιουγκοσλάβο Στογιαντίνοβιτς και του προτείνει τον διαμελισμό της Ελλάδος και την μεταξύ των μοιρασιά. Βούλγαροι Θράκην, Γιουγκοσλάβοι Θεσσαλονίκην.
Ο Παύλος της Γιουγκοσλαβίας του μαρτυρεί την συνομωσία και υπόσχεται υποστήριξη που τελικά όμως δεν δίνει.
10 Νοεμβρίου 1938. Πεθαίνει ο Κεμάλ Αττατούρκ και ο Μεταξάς μεταβαίνει εις την Αγκυραν για να παραστεί στην κηδεία. Σε συνεννόηση με τον Ινονού μένουν σύμφωνοι για την ιδιαίτερη σχέση των δύο κρατών μέσα στην Βαλκανική Συνεννόηση. Σύντομα όμως όπως οι Τούρκοι συνωμοτούν με τους Βουλγάρους για παραχώρηση ελληνικών εδαφών προς την Βουλγαρίαν και έξοδον της εις το Αιγαίον. Αυτή η στάση των «βαλκανικών συμμάχων» αλλά και των Αγγλων - Γάλλων συμμάχων είναι που οδήγησε τον Μεταξά στην κατασκευή της «Γραμμής Μεταξά» προς την Βουλγαρίαν. Διέβλεπε τις σταθερές διεκδικήσεις της, και την με ελαφράν καρδίαν, διάθεσιν όλων για την παραχώρηση ελληνικών εδαφών και πληθυσμών στην Βουλγαρία. Σε όλα ο Μεταξάς ορθώνεται και αντιστέκεται αποβλέποντας μόνο στο έννομο συμφέρον της Ελλάδος.
18 Φεβρουαρίου 1939. Ο Μεταξάς μεταβαίνει στο Βελιγράδι, συναντά τον βασιλέα Παύλο της Γιουγκοσλαβίας, που του εκμυστηρεύεται την συνάντηση της 1ης Νοεμβρίου.Του υπόσχεται υποστήριξη σε περίπτωση νέας προδοσίας. Δεν θα το τηρήσει.
19-22 Φεβρουαρίου 1939. Ο Μεταξάς βρίσκεται στο Βουκουρέστι στο Μόνιμο Συμβούλιο Βαλκανικής Συνεννοήσεως. Όπου έχει συναντήσεις με τον Σαράτσογλου, Καλινέσκου, Γκαφένκο, Βασιλέα Κάρολο. Διαπιστώνει εκ νέου την αλληλεγγύην, η οποία ενώνει τα μέλη της Βαλκανικής συνεννοήσεως και υπογραμμίζει την ομόθυμον θέλησιν των να συνεχίσουν τας προσπαθείας τους υπό το ίδιον πνεύμα....επί βάσεων πλήρους ισότητας και απολύτου σεβασμού των συνόρων.
27 Απριλίου 1939. Μετά την εισβολή της Ιταλίας στην Αλβανία στέλνει τηλεγράφημα προς Β. Πρεσβεία εν Λονδίνω. Με το οποίο διαμαρτύρεται για τα δημοσιεύματα του αγγλικού και γαλλικού τύπου, που ενθαρρύνουν την επεκτατική στάση των Βουλγάρων
19 Οκτωβρίου 1939. Η Τουρκία αφού έχει ερωτοτροπήσει με την Ρωσία υπογράφει συνθήκη φιλίας με τους Συμμάχους εισπράττοντας οικονομική και εξοπλιστική βοήθεια. Όμως στο τέλος διαλέγει τον δρόμο της ουδετερότητας.
1 Φεβρουαρίου 1940. Λαμβάνει χώρα η 8ή και τελευταία Σύνοδος της Βαλκανικής Συνεννοήσεως στο Βελιγράδι, όπου γίνεται η ανανέωση του Συμφώνου. Στο διάστημα που μεσολάβησε, οι μεν Βούλγαροι δοκίμασαν να συνεννοηθούν με τους Γιουγκοσλάβους για επίθεσιν εναντίον της Ελλάδος, οι δε Γιουγκοσλάβοι πρότειναν να κατασκευάσουν όπλα για τους Βουλγάρους.
Αρνητική υπήρξε και η συνεννόηση με την Ρουμανία, που ενώ στην αρχή έδειχνε το ενδιαφέρον της για κοινή στάση με την Ελλάδα, ενάντια προς τον άξονα, η καιροσκοπική της πολιτική την οδήγησε στο τέλος να παραδοθεί αμαχητί.
Η Εσωτερική πολιτική του Ιωάννη Μεταξά είχε κύριο στόχο την ηθική και υλική εξύψωση της Ελλάδος. Ο Εθνικός Διχασμός και οι κυβερνήσεις που είχαν μεσολαβήσει επί Δημοκρατίας, 1923-1936, καθώς και τα επανειλημμένα κινήματα με συνεχή ανάμειξη του στρατού, είχαν εξασθενίσει και τον κοινοβουλευτισμό και την σύνθεση του στρατού, με αποτέλεσμα την απουσία στρατιωτικής ετοιμότητας. Η οργάνωση της άμυνας αναπτύχθηκε σε πολλούς τομείς, που αφορούσαν το ανθρώπινο δυναμικό, το ηθικό του, την βελτίωση του βιοτικού του επιπέδου και των εξοπλισμών του:
Κοινωνικά έργα (νομοθετικά μέτρα για τις ασθενέστερες τάξεις αγροτών και εργατών, (8ωρο, Κυριακάτικη αργία, ΙΚΑ, ιατρεία, αυτάρκεια, παιδικοί σταθμοί συσσίτια).
Ηθική προετοιμασία και ομοψυχία, μέσα από τις δραστηριότητες της οργάνωσης της Ε.Ο.Ν.
Στρατιωτικά έργα (εξοπλισμοί, οχυρωματικά έργα, Γραμμή Μεταξά, οχύρωση παρακτίων περιοχών).
Οικονομικά μέτρα, που είχαν σχέση με την αξιοποίηση της γής και την εντατική καλλιέργεια, τις εξαγωγές, με τα αυστηρά μέτρα εναντίον της λαθρεμπορίας του συναλλάγματος, με μέτρα προστασίας του εθνικού νομίσματος, με αυστηρό τελωνειακό έλεγχο, με δάνεια προς το κράτος από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους εξοπλισμούς. (Κτίστηκαν 26 ακόμα πρακτορεία της Τράπεζας της Ελλάδος) και έγινε ολοκλήρωση του κεντρικού κτηρίου το 1938. Ολα εκτελέστηκαν χωρίς κανένα εξωτερικό δανεισμό και μόνο όταν άρχισε ο πόλεμος ζητήθηκε η οικονομική βοήθεια της Αγγλίας.
Δημόσια έργα οδικά δίκτυα, γέφυρες, σιδηρόδρομοι, επικοινωνίες, νοσοκομεία, πυροσβεστική υπηρεσία κ.α.
Μέτρα ασφαλείας. Οργάνωση αστυνομίας, περιορισμός ελευθεροτυπίας, επαγρύπνηση και παρακολούθηση των πρακτόρων ξένων κρατών.
Σημαντικά και όχι γνωστά είναι τα Εργα της 4ης Αυγούστου.



Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον Ἰωάννης Μεταξάς, 18-12-2009, συνοδευτικὸν ἱστολόγιον τοῦ δικτυακοῦ τόπου ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ τῆς Ἰωάννας Φωκᾶ.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Ἡ μάχη στὴ γέφυρα τῶν Παπάδων (6-10 Μαΐου 1944) καὶ οἱ Ἐθνικὲς Ὁμάδες Ἀνταρτῶν

Στην Ανατολική Μακεδονία, προς το τέλος της κατοχής, αναπτύχθηκε ένα ιδιότυπο "αντάρτικο" ξεχωριστό σε χαρακτηριστικά από την υπόλοιπη Ελλάδα. Και αυτό γιατί η περιοχή βρισκόταν στην ζώνη της Βουλγαρικής κατοχής, που είχε διαρκέστερα και σκληρότερα χαρακτηριστικά από την Ιταλική η την Γερμανική κατοχή που ειδικά προς το τέλος του πολέμου έμοιαζαν προσωρινές. Ουσιαστικά το αντάρτικο αυτό είχε χαρακτηριστικά αυτοάμυνας και αναπτύχθηκε και στηρίχθηκε από τα ορεινά χωριά της περιοχής που κατοικούνταν κυρίως από Πόντιους πρόσφυγες. Η αυτοάμυνα αυτή στρεφόταν και προς τους Βούλγαρους, αλλά και κατά του ΕΛΑΣ που δεν είχε καταφέρει να κερδίσει την συμπάθεια των πληθυσμών αυτών, καθώς είχε εκβιάσει την συμμετοχή τους στις τάξεις του.

Οι περιοχές αυτές ανέδειξαν μια σειρά από αυτοσχέδιους οπλαρχηγούς (Μπεχλιβανίδης, Τσακιρίδης, Αναστας-Αγάς, Τοπούζογλου, Καρανάσιος κτλ) των οποίων οι ομάδες ανταρτών ήταν μικρές, άσχημα εξοπλισμένες, δεν βρίσκονταν συνεχώς σε δράση και τα μέλη τους ήταν συνήθως συγγενείς των αρχηγών και ασχολούνταν με αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες. Ο ικανότερος οπλαρχηγός όλων ήταν ο Τσαούς - Αντών Φωστερίδης (η Φωστηρίδης), τον οποίο όλοι αναγνώρισαν ως κοινό αρχηγό των Εθνικών Ανταρτικών Ομάδων στις 18 Ιανουαρίου 1944. Η οργάνωση αυτή έλαβε επίσημη αναγνώριση από το Συμμαχικό Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής και δέχτηκε σημαντική ενίσχυση σε οπλισμό και πολεμοφόδια από Συμμαχικές ρίψεις που γίνονταν στην ανατολική πλευρά του ποταμού Νέστου.

Η αντιστασιακή οργάνωση αριθμούσε συνολικά γύρω στους 700ους αντάρτες χωρισμένους σε ολιγομελείς ομάδες και σύντομα εξελίχθηκε σε υπολογίσιμο αντίπαλο των Βουλγάρων και του τοπικού ΕΛΑΣ που ήταν ίσης δύναμης, με αψιμαχίες, παρενοχλήσεις και μικρές μάχες σε όλο το 1944. Οι ομάδες αυτές είχαν την αμέριστη υλική και ηθική συμπαράσταση του πληθυσμού των ορεινών χωριών (από τα οποία άλλωστε προέρχονταν) και έδρασαν πάντοτε σε τοπικό επίπεδο. Η σημαντικότερη επιτυχία των ΕΟΑ εις βάρος των Βουλγάρων ήταν αναμφίβολα η μάχη στην περιοχή του Νέστου κοντά στο χωριό Παπάδες τον Μάιο του 1944.

Ένα βουλγαρικό τάγμα κινήθηκε από Δράμα προς Καρά-Ντερέ που βρισκόταν η ζώνη ρίψεων των Ελλήνων ανταρτών. Για να φτάσουν εκεί όμως οι Βούλγαροι όφειλαν να περάσουν από την γέφυρα του Νέστου κοντά στο χωριό Παπάδες, ενώ όμως οι Έλληνες κατείχαν την απέναντι όχθη, με σημαντικά όμως, μικρότερες δυνάμεις. Συγκεκριμένα παρατάχθηκαν οι οπλαρχηγοί Γιάννης Αμανατίδης, Αναστάσιος Αβραμίδης, Κυριάκος Λαζαρίδης, Βασίλης Παπαδόπουλος με 160 ενόπλους περίπου. Η Βουλγαρική προσπάθεια περάσματος της γέφυρας ξεκίνησε στις 6 Μαΐου, αλλά συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τους Έλληνες, καθώς όσοι Βούλγαροι προσπαθούσαν να περάσουν την γέφυρα βρίσκονταν ακάλυπτοι στα εύστοχα Ελληνικά πυρά.

Για τρεις μέρες η μάχη συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση, με τον άμαχο πληθυσμό να ενισχύει τους Έλληνες μεταφέροντας πολεμοφόδια στην πρώτη γραμμή. Στις 9 Μαΐου οι Βούλγαροι σημείωσαν πρόοδο χάρις την παρουσία γερμανικών και Βουλγαρικών αεροσκαφών καθέτου εφορμήσεως, που βομβάρδισαν τις Ελληνικές θέσεις. Στις 10 Μαΐου οι Έλληνες αντάρτες αναγκάστηκαν σε υποχώρηση, έχοντας 9 νεκρούς και 28 τραυματίες. Οι Βούλγαροι είχαν πάνω από 150 νεκρούς και τραυματίες και προέβησαν σε σκληρά αντίποινα κατά των χωριών της περιοχής.

Πυρπολήθηκαν η υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές από τους Βούλγαρους σχεδόν όλα τα χωριά ανατολικά του Νέστου (Μελισσομάνδρα, Βουνοχώρι, Αγριοκερασιά, Παπάδες, Σκαλωτή, Καλλίκαρπο, Σιδηρόνερο, Οροπέδιο κτλ), αλλά τις μεγαλύτερες καταστροφές γνώρισε το χωριό Πολυγέφυρο όπου πυρπολήθηκαν πολλά σπίτια και έγιναν μαζικές εκτελέσεις ακόμα και αμάχων.

Ανάμεσα στις πολλές μικρότερες μάχες των Εθνικών Ομάδων Ανταρτών κατά της Βουλγαρικής Κατοχής, η μάχη στην γέφυρα των Παπάδων ήταν αναμφίβολα η σημαντικότερη και αυτή που προκάλεσε τις μεγαλύτερες απώλειες στον κατακτητή στην κατεχόμενη ανατολική Μακεδονία. Σήμερα στο σημείο αυτό υπάρχει ένα μνημείο που υπενθυμίζει το γεγονός, ενώ κάθε χρόνο οι τοπικές Αρχές της Δράμας οργανώνουν εκδηλώσεις προς τιμήν της επετείου της μάχης.

Πηγές

Ιάσονας Χανδρινός, Εθνική Αντίσταση 1941-1944, εκδόσεις περισκόπιο

Συλλογικό έργο, Οι άλλοι Καπετάνιοι, εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

6- 15 Μαΐου 1944: Μάχη της γέφυρας Παπάδων

Χάρτης της περιοχής όπου έγινε η μάχη και σημερινές φωτογραφίες της

Ι. Β. Δ.


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον Θέματα Ελληνικής Ιστορίας, 7-6-2010.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας