Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ (1940-44) (ἱστολόγιον)
«Αἱ ἰταλικαὶ στρατιωτικαὶ δυνάμεις προσβάλλουσιν ἀπὸ τῆς 05:30 ὥρας τῆς σήμερον τὰ ἡμέτερα τμήματα προκαλύψεως τῆς Ἑλληνοαλβανικῆς Μεθορίου. Αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις ἀμύνονται τοῦ Πατρίου ἐδάφους.»

Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ (1940-44) (κεντρικὸς ἱστοχῶρος)
Σελίδες Πατριδογνωσίας - Φειδίας (ἱστολόγιον) - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πίνδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πίνδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

«Πάνθεον Ἡρώων»


25 Νοεμβρίου 1940

Παιδί μου,

Μοῦ ζητᾶς τὴν διεύθυνσι τοῦ ἀδελφοῦ σου.
Σοῦ τὴν γράφω: «Πάνθεον Ἡρώων»
Σφίξε τὴν καρδιά σου.

Σὲ φιλῶ
Ὁ πατέρας σου


Πηγή: Ἔγγραφα Ἀρχείου Διευθύνσεως Ἱστορίας Στρατοῦ, ἀπὸ τὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΓΕΕΘΑ στὸ Ἕπος τοῦ 1940.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Τηλεγραφήματα τοῦ 1940

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΓΟΝΕΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ 28-10-1940

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΓΟΝΕΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ 28-10-1940

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΓΟΝΕΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ 28-10-1940

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΓΟΝΕΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ 28-10-1940

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤΑ ΓΟΝΕΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ 28-10-1940


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον olympia.gr, 4-11-2009.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Κώστας Σταυρόπουλος, ὁ πρῶτος ἀρχιεκφωνητής τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ Ἀθηνῶν

Είναι ο εκφωνητής που μετέδωσε το ανακοινωθέν της κήρυξης του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940-41.

Ο Κώστας Σταυρόπουλος ήταν ο πρώτος αρχιεκφωνητής του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών, εγγονός του εθνικού ευεργέτη Πανταζή Βασσάνη.


Γεννήθηκε στην Αίγυπτο και πέθανε στην Αθήνα το 1974. «Θέλγει με τη φωνή του τους ακροατές, οι οποίοι μόλις ανοίξουν το ραδιόφωνο και τον ακούσουν: Είναι ο Σταυρόπουλος!, λένε με θαυμασμό». Αυτά, μεταξύ άλλων επαίνων, είχε γράψει ο γνωστός δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Αλέκος Λιδωρίκης στην εφημερίδα Ασύρματος, στις 25 Ιουλίου 1940, ένα χρόνο, δηλαδή, μετά την πρόσληψη του Κ. Σταυρόπουλου στη νεοσύστατη Ελληνική Ραδιοφωνία. Είχε προσληφθεί ύστερα από έναν πανελλήνιο διαγωνισμό για την κάλυψη μιας θέσης εκφωνητή. Από τους 180 υποψήφιους, πέτυχε πρώτος, εκτός συναγωνισμού. Και είναι ο πρώτος και ο μόνος στην Ελλάδα, που δημιούργησε παράδοση και «σχολή» εκφωνητών.

Ο Σταυρόπουλος εκφωνούσε συνήθως τα βραδινά δελτία ειδήσεων, όλους τους λόγους των επισήμων και τις πιο υπεύθυνες εκπομπές.

Είναι ο εκφωνητής που μετέδωσε το ανακοινωθέν της κήρυξης του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940-41 κι αυτός που κάθε βράδυ στις 23:20 μετέδιδε το λακωνικό ανακοινωθέν του Ελληνικού Στρατηγείου. Στις 5 Απριλίου το 1941 διάβασε την περίφημη «Ανοιχτή επιστολή» προς τον Αδόλφο Χίτλερ του Γ. Α. Βλάχου και την επομένη το πρωί, το ανακοινωθέν της κήρυξης του Ελληνογερμανικού πολέμου. Κι όταν τα εχθρικά στρατεύματα έμπαιναν στην Αθήνα, ο Σταυρόπουλος μπροστά στο μικρόφωνο, με φωνή που έπαλλε από συγκίνηση, εκφωνούσε:

«Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός. Θα είναι γερμανικός και θα μεταδίδει ψέματα. Έλληνες, μη τον ακούτε. Ο πόλεμος συνεχίζεται και θα συνεχισθεί μέχρι της τελικής μας νίκης. Ζήτω το Έθνος των Ελλήνων».

Το απόσπασμα αυτής της συγκλονιστικής μετάδοσης κι άλλα πολεμικά ανακοινωθέντα, ηχογραφήθηκαν μετέπειτα από τον ίδιο τον Σταυρόπουλο για το ηχητικό ντοκιμαντέρ σε δίσκο «Ο Μεγάλος Πόλεμος» και είναι αυτό που μεταδίδεται από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς στα επετειακά τους αφιερώματα για την 28η Οκτωβρίου του 1940.


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον Ινφογνώμων Πολιτικά, 26-4-2010.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Ἰταλοαλβανικὴ ἐπίθεσις κατὰ τῆς Ἑλλάδος

Διαβάζοντας αὐτό, θυμήθηκα κάτι ποὺ εἶχε δημοσιευθῇ στὴν Α1 πρὸ διετίας:

Στίς 28 Οκτωβρίου 1940 η Ελλάδα, από τό έδαφος τής βορείου Ηπείρου, δέχτηκε τήν επίθεση, όχι μόνο τής Ιταλίας, αλλά καί τής συνενωμένης κάτω από τό ίδιο στέμμα, Αλβανίας.

Άς μήν θεωρηθή παραδοξολογία τό ότι τό άρθρο έχει τίτλο «Ιταλοαλβανική επίθεση κατά τής Ελλάδος» καί όχι ιταλική επίθεση, όπως επικράτησε νά θεωρήται. Δέν πρόκειται ούτε γιά ιστορικό παράδοξο ούτε γιά πράξεις καί συμμαχίες απίστευτες χωρίς ιστορική βάση.

Μιλούμε γιά απόκρουση τών φασιστικών στρατευμάτων τού Μουσολίνι στό Καλπάκι, γιά ήττα τών Ιταλών, χωρίς όμως νά μιλούμε καί γιά ήττα τών Αλβανών, αφού μαζύ μέ τόν ιταλικό στρατό μάχονταν καί τακτικός αλβανικός στρατός, όπως διαπιστώνεται από τό διάγγελμα τού Αλβανού πρωθυπουργού.

Παραθέτουμε στά ιταλικά καί μεταφρασμένα στά ελληνικά τό διάγγελμα πού απηύθυνε πρός τόν αλβανικό λαό ο πρωθυπουργός τής Αλβανίας Σιεβκέτ Βερλάτσι τό πρωί τής 28ης Οκτωβρίου 1940 από τόν ραδιοφωνικό σταθμό τών Τιράνων. Δημοσιεύτηκε τήν επομένη στίς αλβανικές εφημερίδες, στά αλβανικά καί ιταλικά, μαζύ μέ τό διάγγελμα τού αντιβασιλέα.

Τό διάγγελμα υπογράφτηκε από όλο τό υπουργικό συμβούλιο. Φωτοτυπήθηκε από τήν αλβανική εφημερίδα «Τοκιότι» από τόν Κώστα Μάρη.

Σκόπιμο θεωρούμε νά υπενθυμίσουμε ορισμένα ιστορικά γεγονότα αυτής τής περιόδου.

Μετά τήν ένωση τής Αλβανίας μέ τήν Ιταλία, οι δύο γλώσσες (αλβανικά καί ιταλικά), ήταν ισότιμες σέ επίπεδο κυβερνητικού έργου καί κρατικού μηχανισμού. Γιά παράδειγμα, τά νέα χαρτονομίσματα εκτυπώνονταν στίς δύο γλώσσες. Αλβανικό στρατιωτικό άγημα συμμετείχε στήν Βασιλική Φρουρά τού βασιλιά Βιττόριο Εμμανουέλε στήν Ρώμη. Επιλέξαμε νά αναδημοσιεύσουμε φωτοτυπημένο τό διάγγελμα στήν ιταλική γλώσσα (τά κείμενα καί στίς δύο γλώσσες είναι ισοδύναμα), επειδή η ανάγνωση τού κειμένου στά ιταλικά είναι προσβάσιμη.

Είναι γνωστό ότι η Αλβανία από τό 1939 τελούσε «έν προσωπική ενώσει» μετά τής Ιταλίας. Διατηρούσε δηλαδή τήν κυριαρχία καί ανεξαρτησία της (ανεξαρτησία επικράτειας, κυβέρνησης κ.λπ.) αλλά είχε ώς Ανώτατο Άρχοντα (Βασιλιά) εκείνον πού είχε καί η Ιταλία. Εξυπακούεται ότι τό 1939 δέν ενώθηκαν τά εδάφη τών δύο κρατών, αλλά μόνο οι δύο κυβερνητικές εξουσίες στό πρόσωπο τού ίδιου βασιλιά. Η ένωση αυτή είναι καθαρή περίπτωση «προσωπικής ενώσεως», σύμφωνα μέ τό Δημόσιο Δίκαιο (Συνταγματικό, Διοικητικό, Διεθνές). Τήν προσωπική αυτή ένωση τήν δέχθηκε καί τό Ανώτατο Ιταλικό δικαστήριο, κρίνοντας ότι η Αλβανία από τό 1939 έως τό 193 ;;; τελούσε «έν προσωπική ενώσει» μετά τής Ιταλίας. Τήν ένωση αυτή τήν επικαλείται καί ο Αλβανός πρωθυπουργός στό διάγγελμα μέ υπερηφάνεια, προβάλλοντας καί τά οφέλη από τήν ένωση.

Νά σημειώσουμε ότι η Αλβανία νωρίτερα είχε αναγνωρίσει ότι θά βρισκόταν σέ πόλεμο μέ όσα κράτη θά βρισκόταν σέ πόλεμο τό βασίλειο τής Ιταλίας (Β.Δ. 194, άρθρο 1 – ΦΕΚ 93/10-6-1940).

Σέ επίρρωση τήν άποψης ότι η Αλβανία θά βρίσκεται σέ πόλεμο μέ εκείνα τά κράτη μέ τά οποία τό βασίλειο τής Ιταλίας θά βρεθή σέ πόλεμο, αναφέρουμε τό από 31 Μαϊου 1941 υπόμνημα πού υπέβαλε η αλβανική κυβέρνηση στό βασιλικό υπουργείο τών Εξωτερικών στήν Ρώμη. Σύμφωνα μέ τό υπόμνημα αυτό οι Αλβανοί, γιά νά πραγματοποιηθεί η εθνική τους ενότητα ζητούσαν καί τήν προσάρτηση τής Τσαμουριάς, τίς περιφέρειες Ιωαννίνων καί Πρεβέζης, καθώς καί τίς περιφέρειες Φλωρίνης, Καστοριάς καί Γρεβενών.

Στόν πρόλογο τού υπομνήματος τονιζόταν ότι «ο θρίαμβος τών όπλων τής φασιστικής Ιταλίας, μέ τήν οποία η Αλβανία είναι αρρήκτως συνδεδεμένη... έπεισε τόν αλβανικόν λαόν ότι έφθασε καί δι’αυτόν η ώρα τής δικαιοσύνης...» (άρθρο Δημ. Μιχαλόπουλου στήν εφημερίδα «Καθημερινή» 27-28/4/1986).

Στίς 28 Οκτωβρίου 1940 τόν ιταλικό στρατό πλαισίωναν καί 15 τάγματα τού τακτικού αλβανικού στρατού, όπως τό ομολογεί καί ο πρωθυπουργός τής Αλβανίας στό διάγγελμά του. Σέ κάθε ιταλική μεραρχία συμμετείχε καί ένα τάγμα αλβανικό, όπως προκύπτει καί από τίς συζητήσεις Ιταλών επιτελών καί Μουσολίνι, πού δημοσιεύτηκαν μετά από τόν πόλεμο. Επιπλέον τού τακτικού αλβανικού στρατού συμμετείχαν καί άλλα αλβανικά τμήματα ατάκτων. (πλιατσικολόγων).

Εξαιτίας τής συμμετοχής καί τών αλβανών στήν επίθεση κατά τής Ελλάδος, η Αλβανία χαρακτηρίστηκε μέ νόμο καί βασιλικό διάταγμα τού 1940 ώς εμπόλεμο κράτος. Τό εμπόλεμο μεταξύ Ελλάδος καί Αλβανίας εξακολουθεί νά ισχύη μέχρι σήμερα, αφού δέν ήρθη μέ αντίστοιχο νομοθετικό κείμενο.

Από τήν συμμετοχή της στόν πόλεμο η Αλβανία: α) μετά από τήν πτώση τής Γιουγκοσλαβίας προσάρτησε τό Κόσσοβο (1941-1943) καί β) οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες ζήτησαν καί τήν προσάρτηση τής Θεσπρωτίας στήν Αλβανία, η οποία αποφασίστηκε, αλλά δέν εφαρμόστηκε.

Τά επιχειρήματα καί οι αιτιάσεις τών Αλβανών ότι η χώρα τους βρισκόταν υπό κατοχή καί αναγκάστηκαν νά συμμετάσχουν στόν πόλεμο είναι καί έωλα καί άνευ αντικειμένου. Αμάχητο τεκμήριο τό πρωθυπουργικό διάγγελμα, στό οποίο αποκαλύπτεται η πραγματικότητα καί η βούληση τών αλβανών νά επιτεθούν κατά τής Ελλάδος, γιά νά ωφεληθούν ώς νικητές. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι εάν υπήρχε κατοχή τής Αλβανίας από τούς ιταλούς, δέν θά υπήρχε αλβανικός στρατός, αλλά θά είχε διαλυθεί, όπως γίνεται στίς κατεχόμενες χώρες.

Νά αναφέρουμε επιπλέον ότι οι κάτοικοι τών Ηπειρωτικών καί άλλων περιοχών τής Ελλάδος, πού λιμοκτονούσαν στά δύσκολα κατοχικά χρόνια, κατέφευγαν στήν Αλβανία γιά νά προμηθευτούν τά πλέον στοιχειώδη γιά τήν διαβίωσή τους, ξεπουλώντας οικογενειακά κειμήλια. Η οικονομία τής Αλβανίας δέν είχε καταρρεύσει, όπως τής Ελλάδος, λόγω τού ότι δέν βρισκόταν υπό κατοχή. Καί οι Γερμανοί σύμμαχοί τους ήσαν.

Καί κάτι ακόμη: Κατά τόν χρόνο τής κατοχής τής Ελλάδος (1942) Αλβανοί γαιοκτήμονες καί μεγαλέμποροι τού Αργυροκάστρου απαίτησαν καί έλαβαν από τό κατεχόμενο ελληνικό κράτος διακόσιες χιλάδες χρυσές λίρες Αγγλίας, ώς αποζημίωση γιά τίς καταστροφές πού προξένησε ο ελληνικός στρατός στίς περιουσίες τους κατά τήν προέλασή του επί τού αλβανικού εδάφους!...

Όσον αφορά τό διάγγελμα τού Πρωθυπουργού τής Αλβανίας πρός τόν αλβανικό λαό, έχουμε νά παρατηρήσουμε τά εξής: Ο διορισμένος από τόν βασιλιά τής Ιταλίας Αλβανός πρόεδρος τής κυβέρνησης Σιεβκέτ Βερλάτσι, δέν μπορεί νά κρύψη τήν πίστη, τήν χαρά καί τόν ενθουσιασμό του γιά τήν θαυμάσια ημέρα (28-10-1940) τής επίθεσης κατά τήν οποίαν διαπιστώνει ότι πραγματοποιούνται τά όνειρα τού αλβανικού λαού γιά «Μεγάλη Αλβανία».

Δέν είναι δυνατόν σέ μιά τέτοια λαμπροφόρα ημέρα γιά τήν «Αλβανική Πατρίδα» νά λησμονήση τήν «Τσαμουριά», γιά τήν οποία βλέπει ότι τό «όνειρο τών προγόνων» πού τούς συνόδευε από τήν νεότητα ώς τήν ωριμότητα, ήδη παίρνει σάρκα καί οστά, πραγματοποιείται πιά καί οι «αλβανικοί πληθυσμοί τής Τσαμουριάς» θά επανέλθουν στήν αγκαλιά τής Πατρίδας!

Γιά τούς Αλβανούς ο ιταλικός στρατός είναι «ένδοξος». Σ’αυτόν τόν «δοξασμένο στρατό" περιλαμβάνονται καί "ανεξάρτητες μονάδες Αλβανών στρατιωτών". Από κοινού θά αγωνιστούν καί θά κατατροπώσουν στά σύνορα τά "ελληνικά σύμβολα" (τήν ελληνική σημαία) καί ακάθεκτα "θά προχωρήσουν στίς αγαπημένες περιοχές τής Τσαμουριάς μέ τήν τόση ιστορία καί παράδοση"

Βέβαια, σέ ποιά αλβανική ιστορία καί παράδοση αναφέρεται στό ενθουσιώδες διάγγελμά του ο Αλβανός πρωθυπουργός είναι τό ζητούμενο! Στόν ηπειρωτικό χώρο τά στίφη τών τουρκαλβανών δέν έχουν νά επιδείξουν τίποτε άλλο εκτός από ληστρικές επιδρομές καί λαφυραγωγίες, διώξεις, λεηλασίες καί καταστροφές.

Η 28η Οκτωβρίου 1940 γιά τούς αλβανούς είναι "ημέρα απελευθέρωσης". Γιά τήν "λαμπρή" αυτή ημέρα πλούσιος ο λιβανωτός γιά τόν βασιλιά τής Ιταλίας καί τόν Ντούτσε, "τούς αρχιτέκτονες τής μείζονος Αλβανίας".

Ο "ένδοξος" ιταλικός στρατός συνεπικουρούμενος από μονάδες αλβανικού στρατού θά "απελευθερώσουν" τήν "κατεχόμενη Τσαμουριά" καί τούς αδελφούς "Αλβανοτσάμηδες". Τά απακολουθήσαντα γεγονότα δέν τούς δικαίωσαν. Μετά τήν άτακτη υποχώρηση καί τήν κατατρόπωση τών φασιστικών στρατευμάτων τού Ντούτσε καί τήν επελθούσα γερμανική κατοχή τής Ελλάδος, οι αλβανοτσάμηδες προσκόλλησαν μέ άλλους συμμάχους. Ακολούθησαν πειθήνια τόν γερμανικό κατοχικό στρατό καί προέβησαν στήν Θεσπρωτία σέ ανείπωτες βαρβαρότητες καί εγκλήματα. Η φυγή τους αργότερα από τήν Θεσπρωτία στήν Αλβανία, απετέλεσε τήν μόνη διέξοδο γιά νά αποφύγουν τήν επικείμενη τιμωρία γιά τίς ανήκουστες εγκληματικές τους πράξεις.

Καμιά αλβανική πράξη, σέ διπλωματικό καί πολεμικό πεδίο, πρίν καί κατά τήν διάρκεια τού πολέμου, δέν συνηγορεί γιά ιταλική κατοχή τής Αλβανίας. Άλλωστε, ο ίδιος ο Πρωθυπουργός τής Αλβανίας ξεκαθαρίζει τά πράγματα, μιλώντας γιά "ευτυχή ένωση μέ τήν Ιταλία", η οποία προσέφερε πολλά στήν Αλβανία. Μέ τήν συντελεσθείσα ένωση προσβλέπουν περισσότερα "πολιτικά, πνευματικά καί οικονομικά ευεργετήματα καί διασφάλιση ακατάλυτη".

Απευθύνεται στόν πατριωτισμό τών Αλβανών, τόν οποίον καλεί νά πειθαρχήσει, όπως καί η κυβέρνησή του, γιατί πιστεύει ότι μόνον έτσι η Αλβανία, "συνηνωμένη μέ τήν Ιταλία", πειθήνιο δηλ. όργανο τών Ιταλών καί υπάκουη στά κελεύσματα τού Μουσολίνι), θά μεγαλουργήσει. Γιά νά επιτευχθούν οι στόχοι "η κάθε θυσία είναι ελαχιστη γιά τήν επίτευξη αυτού τού μέλλοντος".

Οι Αλβανοί από τήν ίδρυση τού κράτους τους μέχρι καί σήμερα επιζητούσαν προστάτες. Στόν μεσοπόλεμο καί μέχρι τό 1940 είχαν στραφεί πρός τό βασίλειο τής Ιταλίας, από τό οποίο προσδοκούσαν οικονομικά καί εδαφικά οφέλη. Μετά τήν καταρράκωση τής Ιταλίας καί κατά τήν επικράτηση τού προλεταριάτου, τήν ίδρυση τής "λαϊκής σοσιαλιστικής δημοκρατίας" στήν Αλβανία από τόν Εμβέρ Χότζα, άλλαξαν κατεύθυνση, μετακινήθηκαν πρός τήν Μάνα Ρωσία".

Όταν απογοητεύτηκαν καί από τούς Ρώσους, στράφηκαν στούς αδελφούς Κινέζους καί σήμερα, μετά τήν κατάρρευση τού προηγούμενου καθεστώτος, ο μοναδικός τους σύμμαχος είναι, οι άλλοτε ορκισμένοι εχθροί τους, οι ιμπεριαλιστές αμερικανοί.

Επανερχόμενοι στά γεγονόταν πού σφράγισαν τήν περίοδο τού 1940 μέ τήν νίκη τών ελληνικών στρατευμάτων κατά τών υπερφίαλων ιταλών, νίκη πού αναπτέρωσε τίς ελπίδες τών καταπτοημένων λαών, νά τονίσουμε ότι στήν μαρτυρική γή τής βορείου Ηπείρου δέν ηττήθησαν μόνο οι Ιταλοί, αλλά καί οι Αλβανοί, οι οποίοι πολεμούσαν στό πλευρό τών ιταλών, ανεξάρτητα από τούς ανυπόστατους καί αστήρικτους ισχυρισμούς τους.

Οι Αλβανοί, όχι μόνο συνηγόρησαν, αλλά καί ομόψυχα συνέπραξαν στήν επίθεση κατά τής Ελλάδος, γιά τήν πραγματοποίηση τών μεγαλοϊδεατικών οραμάτων τού Μουσολίνι, αλλά καί γιά τήν πραγμάτωση τής "Μεγάλης Αλβανίας" μέ τήν προσάρτηση σέ περίπτωση νίκης Ηπειρωτικών περιοχών μέχρι καί τόν Αμβρακικό Κόλπο.


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον Τὰ φαινόμενα ἀπαιτοῦν, 31-10-2009.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Ὑπολοχαγὸς Ἀλέξανδρος Διάκος: Ὁ πρῶτος νεκρὸς ἀξιωματικὸς τῆς Πίνδου

Η προτομή του Διάκου στην Τσούκα Πίνδου όπου έπεσε μαχόμενος


Ο Αλέξανδρος Διάκος ήταν πρώτος Έλληνας αξιωματικός που έπεσε μαχόμενος στο ελληνοαλβανικό μέτωπο ,και συγκεκριμένα στις 1 Νοεμβρίου 1940 στην Πίνδο στην τοποθεσία Τσούκα.

Είχε γεννηθή στην Χάλκη της Ρόδου το 1911, που τότε ήταν υπό Ιταλική κατοχή. Το 1929 φεύγει στην Αθήνα και σπούδασε στην Σχολή Ευελπίδων μέχρι το 1934 που αποφοίτησε και εντάχτηκε στον Ελληνικό στρατό. Σύμφωνα με την αναφορά του Ταγματάρχη Καραβιά[1] ο λόχος δέχτηκε επίθεση απο πολλαπλάσιες Ιταλικές δυνάμεις Αλπινιστών ο Διάκος στεκόταν όρθιος κραυγάζοντας και δίνοντας εντολές για να εμψυχώσει τους στρατιώτες του, κατάφερε να ανασυντάξει τον λόχο του και να αντεπιτεθεί στους Ιταλούς κάνοντας έφοδο ,για την ανακατάληψη του υψώματος, και μπαίνοντας πρώτος στην μάχη, ριπή πολυβόλου τον φόνευσε. Στο σημείο που έγινε η μάχη έχει στηθή ανδριάντας του ενώ ο Ελληνικός στρατός έχει δώσει το όνομα του σε στρατόπεδο.

"Πολλαπλάσιαι ιταλικαί δυνάμεις αντεπετέθησαν κατά των οπλιτών του λόχου… Με αδάμαστον αποφασιστικότητα και ακλόνητον θάρρος ο υπολοχαγός Διάκος Αλ… κατόρθωσε ν’ ανασυντάξη εκ τρίτου τον λόχον, να τον εμψυχώση και να τον ρίψη μετά νέας ορμής εναντίον των λυσσωδώς αμυνομένων Ιταλών."

Σε 13.748 ανήλθαν συνολικώς οι Έλληνες νεκροί και οι αγνοούμενοι κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάποιοι όμως είχαν τη θλιβερή τύχη να είναι οι πρώτοι που έπεσαν και έγιναν οι πρώτοι που έσυραν το χορό προς την τελική νίκη του Ελληνισμού.

Κατά την αντεπίθεση της 1ης Νοεμβρίου (ο διοικητής του 2ου Λόχου του 4ου Συντάγματος Πεζικού) , επετεύχθη η ανακατάληψη της Γραμμής "Γύφτισσα - Οξυά" συνελήφθησαν τρείς Ιταλοί αξιωματικοί και διακόσιοι είκοσι δύο οπλίτες, και περιήλθαν στα ελληνικά τμήματα 140 άλογα και αρκετά εφόδια, αλλά εκεί άφησε την τελευταία του πνοή και ο πρώτος 'Ελληνας αξιωματικός του πολέμου, ο Υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος.

Η αναφορά που έφθασε στα χέρια του θρυλικού συνταγματάρχη Δαβάκη αναφέρει:

«Πολλαπλάσιαι ιταλικαί δυνάμεις αντεπετέθησαν κατά των οπλιτών του λόχου… Με αδάμαστον αποφασιστικότητα και ακλόνητον θάρρος ο υπολοχαγός Διάκος Αλ… κατόρθωσε ν’ ανασυντάξη εκ τρίτου τον λόχον, να τον εμψυχώση και να τον ρίψη μετά νέας ορμής εναντίον των λυσσωδώς αμυνομένων Ιταλών. Καθ’ ον δε χρόνον διά τετάρτην φοράν ο δοκιμασθείς λόχος εκαλείτο με την λόγχην εφ’ όπλου ν’ αντιμετωπίση νέαν, θραυσθείσαν και αυτήν, αντεπίθεσιν του εχθρού διά της τελικής εφόδου του, ο δε ηρωικός διοικητής του λόχου αυτού, τεθείς επί κεφαλής, εκραύγαζε με φωνήν Άρεως: «Εμπρός, παιδιά, για μια μεγάλη Ελλάδα και μίαν ελεύθερη Δωδεκάνησο», ριπή πολυβόλου τον εφόνευσε».

Ο Αλέξανδρος Διάκος, από την ιταλοκρατούμενη Χάλκη της Δωδεκανήσου, γνώρισε την αθανασία σε ηλικία 29 ετών.

Τη διοίκηση του λόχου αναλαμβάνει ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Ελευθέριος Ντάσκας από τον Πλάτανο Τρικάλων. Λίγες στιγμές αργότερα ακολουθεί τον Διάκο στη λεωφόρο των ηρώων.

Είναι ο πρώτος νεκρός από τους εφέδρους αξιωματικούς. Ο πρώτος όμως νεκρός Έλληνας ήταν ένας απλός στρατιώτης.
------------
Χάλκη - Το Νησί του Διάκου . Μεταξύ των μαθητών που αντιδρούσαν στις ιταλικές διαταγές και απαγορεύσεις, ήταν και ένας νέος Χαλκήτης, ο Αλέξανδρος Διάκος, φοιτητής τότε στο Γυμνάσιο της Ρόδου. Στις 25 Μαρτίου, μια χρονιά, κατέβασε την ιταλική σημαία στο Ελληνικό Γυμνάσιο και ανύψωσε την ελληνική. Οι Ιταλοί, ενοχλημένοι που δεν μπόρεσαν να σβήσουν την ελληνική φλόγα από την καρδιά του νεαρού Χαλκήτη, τον απείλησαν με φυλάκιση και εξορία.

Ο Διάκος αναγκάστηκε να φύγει από τη Ρόδο και να εγκατασταθεί στην Αθήνα, όπου εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων μαζί με άλλους Χαλκήτες, με την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να πολεμήσουν και να ελευθερώσουν τη γενέτειρά τους. Στο Διάκο δόθηκε η πρώτη ευκαιρία να πραγματοποιήσει το όνειρό του, όταν κηρύχθηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Ο υπολοχαγός Διάκος βρισκόταν τότε στην Πίνδο και ζήτησε να σταλεί πρώτος στο μέτωπο.
------------

28 η Οκτωβρίου 1940 - Αφιέρωμα

Ο πρώτος, Αλέξανδρος Διάκος, υπολοχαγός Πεζικού, Δωδεκανήσιος
Η ιστορία της θυσίας γραμμένη από τον Κώστα Τριανταφυλλίδη
πολεμικό ανταποκριτή (1940-41)
Πηγή : Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ρόδου

«.Ψηλά πάνω στο Λυκοκρέμασμα, καθώς μεσημέριαζε και ο ουρανός καθάριος πια και ολογάλανος, γελούσε σαν ανοιξιάτικος, και η φάλαγγα ξετυλιγμένη στη βουνοκορφή, συνέχιζε τη γρήγορη πορεία της, αντήχησε ακόμη ψηλότερα, στο δροσερό αέρα, ένα βουητό που ολοένα ζύγωνε και δυνάμωνε. Φτερά μετάλλινα αστράψανε στον ήλιο.

Φαντάροι, πυροβολητές και καβαλλάρηδες, με σηκωμένο το βλέμμα, κοιτούσανε περίεργοι και ανήσυχοι.

-Τι να είναι τάχα; Δικά μας ή εχθρικά;

-Έχουνε σταυρό στην ουρά. ελληνικά είναι!..

-Είναι ιταλικά βομβαρδιστικά, είπε με ήρεμη βεβαιότητα ένας μελαχρινός νέος.

Στις επωμίδες του είχε τα δυο αστέρια του υπολοχαγού και από την ανοιχτή χλαίνη του, στο χιτώνιό του επάνω, φαινότανε το σήμα με τα ανοιχτά φτερά του επίκουρου παρατηρητή.

-Καλυφθήτε όλοι γρήγορα ! Πρόσταξε.

Οι άντρες κάμανε να σκορπίσουν.

-Μη φοβάστε! Φώναξε κάποιος. Προκηρύξεις ρίχνουν.

-Καλυφθήτε! Βομβαρδίζουν! Υψώθηκε επιτακτικότερη η φωνή του υπολοχαγού.

Τα άσπρα πραματάκια που, σα φυλλαράκια χαρτί, είχαν αιωρηθή για μια στιγμή κάτω από το αεροπλάνα, χαθήκανε ξαφνικά από το μάτι. Ένας στριγγός ήχος ξέσκισε τον αέρα κι έπειτα το βουνό δονήθηκε από τις εκρήξεις. Πέρα από τη στράτα, στην απότομη πλαγιά, οι βόμβες σκάσανε, ταράζοντας τους αντίλαλους ως τη Στρούντζα και το Τάλιαρο. Μέσα στα δέντρα και στους ψηλούς θάμνους είχανε σκορπίσει τώρα αξιωματικοί και στρατιώτες. Οι καβαλλάρηδες τραβούσανε τ' άλογά τους και οι πυροβολητές τα μουλάρια τους, για να τα καλύψουν.

Στο μονοπάτι επάνω έστεκε μόνος ο υπολοχαγός, με το βλέμμα στυλωμένο στα τρία αεροπλάνα, που απομακρύνονταν προς την ανατολή. Θα ξαναγυρίζανε τάχα να ρίξουνε κι άλλες βόμβες, να πυροβολήσουν; Ή μήπως είχαν άλλη αποστολή, σπουδαιότερη αλλού; Ο νεαρός αξιωματικός δεν έλεγε να ξεκολλήσει το βλέμμα από τα τρία σημάδια, που σβήνανε τώρα, χάνονταν στον ορίζοντα. Από τα Δωδεκάνησα, από τη Χάλκη και τη Ρόδο, είχε χρειαστεί να κάμει πολύ δρόμο για να αντικρύσει πάλι τον εχθρό, το μισητό τύραννο. Δώδεκα χρόνια είχε βαστάξει η πορεία για να φτάσει ο Αλέκος Διάκος από την ηλιολουσμένη και ήμερη και σκλαβωμένη πατρίδα στην άγρια Πίνδο, που τολμούσε τώρα να την πατήσει ο Ιταλός. Από ψηλά, πάλι στα σίγουρα, ο εχθρός του έδινε το πρώτο χτύπημα. Όμως, η μεγάλη στιγμή της ανταποδόσεως δεν μπορούσε, βέβαια, να βρίσκεται μακρυά.

Και ήταν, αλήθεια, πολύ κοντά η μεγάλη αυτή στιγμή, που η μοίρα του Διάκου την ήθελε λαμπρή και δοξασμένη, στιγμή αποθεώσεως..


».Η στράτα που ανεβάζει από τη Ζούζουλη στη Τσούκα, μόλις βγει από το χωριό, χώνεται σε μια δασωμένη ρεματιά και την ακολουθεί ως μισή ώρα δρόμο, μέχρις ένα εικονοστάσι, όπου φτάνεις ύστερα από μια δύσκολη ανηφοριά. Απ΄ εκεί συνεχίζεις, σκαρφαλώνοντας σε πλαγιές και ξαναπέφτοντας μέσα σε ρεματιές ως ένα διάσελο, που το περνάς αφήνοντας αριστερά σου και σε μικρή απόσταση τη ράχη Τσούκα, για να τραβήξεις πια κατά τη Φούρκα.

Στο εικονοστάσι ο υπολοχαγός Αλέκος Διάκος, διοικητής του 2 ου λόχου του 1/4, είχε στήσει τις προφυλακές του, κρατώντας πιο πίσω, μέσα στη ρεματιά, το λόχο ολόκληρο. Το παγερό σκοτάδι εκεί μέσα έκανε και τα κόκαλα ακόμα να αναριγούν.

- Ν' ανάψουμε φωτιές, κύριε υπολοχαγέ, είχανε ρωτήσει δειλά οι φαντάροι.

Φωτιές; Οι κανονισμοί το απαγόρευαν. Σε κάθε στιγμή μπορούσε να παρουσιασθεί ο εχθρός και οι φωτιές ήταν ενδεχόμενο να προδώσουνε τις θέσεις των τμημάτων. Η ρεματιά όμως ήτανε βαθιά. Και το ρουμάνι που τη γέμιζε πυκνό ούτε ανταύγεια θ' άφηνε να περάσει. Εξάλλου, ολόκληρη νύχτα μέσα σε τέτοια παγωνιά θ' αχρήστευε το λόχο.

- Ανάψτε όσες φωτιές θέλετε, απάντησε ο Διάκος.

.Ήτανε μεσάνυχτα περασμένα. Γερμένοι γύρω από τις φωτιές οι φαντάροι κοιμόνταν. Μόνο ο ρόγχος της ρεματιάς και κάπου-κάπου μακρυά, το σκούξιμο κανενός αγριμιού ταράζανε τη σιωπή.

Καθισμένος ανάμεσα στους κοιμισμένους στρατιώτες του, κοντά σε μιαν από τις φωτιές, με το βλέμμα χαμένο στη φλόγα που τρεμόπαιζε, ο Διάκος αγρυπνούσε.. Σε λίγες ώρες, σε λίγα λεπτά ίσως, μια άλλη φωτιά θ' άναβε. Χρόνια τώρα, από μικρό παιδί, προς αυτή βάδιζε. Ποιος ξέρει, μπορεί να ήτανε και το τέρμα του ταξιδιού. Θα έπρεπε όμως να είναι ωραίο το τέρμα.

Η φλόγα μπροστά του πέταξε μια μεγάλη διπλή γλώσσα που άνοιξε σαν αυλαία. Η στυλωμένη ματιά του είδε, σαν μέσα σε κρυστάλλινη μαγική σφαίρα, το νησάκι δίπλα στη Ρόδο ν' ασπροβολάει στον ήλιο της Μεσογείου, αγκαλιασμένο από τα γαλανά νερά. Εκεί στη Χάλκη, πριν από εικοσιεννιά χρόνια είχε αρχίσει το ταξίδι. Όλα εκεί κάτω ήτανε λευκά και γαλανά. Σαν τη Σημαία - την Ελληνική Σημαία. Όλα εκεί κάτω τα είχανε κάμει οι Θεοί ελληνικά. Κι όμως, τόσα χρόνια - τόσα χρόνια! - η καταχνιά της σκλαβιάς πάσχιζε να σβήσει μέσα στις ψυχές τ' άχραντα χρώματα. Το λευκό και το γαλάζιο.

Η μνήμη λοξοδρόμησε λίγο κι αμέσως μια άλλη σημαία έκαμε να ξετυλιχθεί και να ανεμίσει ανάμεσα στις πύρινες γλώσσες που ξάφνου ξανασήκωνε η φωτιά. Ήτανε στη Ρόδο. Κι αυτός ήτανε μαθητής στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο. Ένα πρωινό, το σχολείο είχε γεμίσει από Καραμπινιέρους, που φωνάζανε και χειρονομούσαν. Ιταλική - λέγανε - είναι η Δωδεκάνησος. Ιταλική για πάντα και τούτο έπρεπε να το νιώσουνε καλά όλοι. Και τα σχολεία ήτανε ιταλικά κι έπρεπε να σηκώσουνε την ιταλική σημαία. Αμέσως δάσκαλοι και μαθητές υποχρεωθήκανε να μαζευτούνε για να χαιρετίσουνε την έπαρση του λαβάρου που συμβόλιζε τη σκλαβιά τους.

Στην πορτοκαλιά ανταύγεια της φωτιάς τ' όμορφο πρόσωπο του Έλληνα αξιωματικού πήρε μια σκληράδα, φάνηκε ν΄ αγριεύει.

. Τη στιγμή που η τρίχρωμη μπαντιέρα υψωνόταν στο κοντάρι, κάτι ασυγκράτητο είχε ξεσπάσει μέσα του. Την οργή του την είχε φωνάξει. Τον πιάσανε αμέσως οι Ιταλοί και τον σύρανε στην καραμπινιερία.

-Μικρό παιδί είναι, άμυαλο και δεν ξέρει τι κάνει..

Τα παρακάλια αυτά των φρονίμων και των τρομαγμένων τον είχαν επαναστατήσει περισσότερο από κάθε τι άλλο. Θα προτιμούσε να μείνει χρόνια στο μπουντρούμι παρά να ιδεί δικά του αγαπημένα πρόσωπα, Έλληνες, να εξευτελίζονται για να σωθούν. Θα ερχόταν όμως η μέρα της εκδικήσεως, που θα ήταν και η μέρα του λυτρωμού. Το ήξερε - και με πόση βεβαιότητα! - από τότε. Τώρα ένιωθε πως η μέρα δεν θα μπορούσε να είναι μακρυά. Κι ας φαινόταν ο ουρανός τόσο σκοτεινός τώρα. Κι ας βάραινε τις ψυχές η αγωνία. Αυτός ένιωθε πως η μεγάλη ώρα ζύγωνε.

Τότε τον πλησίασε ένα παλικάρι.

-Λέτε να μας έρθουν απόψε οι Ιταλοί, κύριε υπολοχαγέ;

-Ποιος ξέρει Λευτέρη, αποκρίθηκε ο Διάκος.

-Μακάρι. Όσο νωρίτερα αρχίσει το πανηγύρι, τόσο το καλύτερο. Τα νεύρα σπάει αυτή η αβεβαιότητα.

-Μη στεναχωριέσαι δε θα βαστάξει πολύ.

Ο Διάκος κοίταξε συλλογισμένος το νεανικό πρόσωπο του συντρόφου του, που σκυμμένος ανασκάλευε τη φωτιά. Φαινότανε γερό παλληκάρι ο Λευτέρης Ντάσκας, έφεδρος ανθυπολοχαγός, διμοιρίτης στο 2ο λόχο του 1\4 . Θα πολεμούσε τάχα σαν αληθινό παλληκάρι1 Τούτο η μάχη μόνο θα το έδειχνε. Στη μάχη φανερώνονται οι άνδρες.

Το βλέμμα του Διάκου ξαναχάθηκε μέσα στις φλόγες. Η μια απορία είχε φέρει την άλλη: Ο ίδιος - ο Αλέκος Διάκος από τη Δωδεκάνησο - ο ίδιος τι θα έκανε τάχα όταν θ' άναβε η μάχη; Πρώτη φορά θα γνώριζε αληθινό πόλεμο. Η μεγάλη και αποφασιστική δοκιμασία ανάμεσα σε ποιους θα τον έταζε;

Δε θέλησε να βασανίσει πολλή ώρα τη σκέψη του, Ξένοιαστα έδιωξε την απορία . Ήταν η αποστολή του, δυνατότερη από κάθε τι άλλο, αίσθημα ή περίσταση, να πολεμήσει. Ήτανε το καθήκον του, που ελεύθερα αυτός, δίχως καμιά επιφύλαξη, το είχε δεχτή όταν έδινε τον όρκο, ως εύελπις πρώτα το 1930, ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού αργότερα το 1934. Περήφανες μέρες εκείνες! Τ' όνειρο των παιδικών χρόνων γινόταν πραγματικότητα. Θυμήθηκε πως είχε φύγει το 1929 από τη Ρόδο. Πως μέχρι την τελευταία στιγμή έτρεμε η καρδιά του μήπως οι Ιταλοί μαντέψουνε το μυστικό του και τον κρατήσουνε για πάντα αιχμάλωτο στα σκλαβωμένα νησιά. Θυμήθηκε έπειτα τη σκληρή μελέτη στην Αθήνα, για να μπει στη Σχολή. Τις εξετάσεις, την επιτυχία: Εύελπις, ανθυπολοχαγός, υπολοχαγός, επίκουρος παρατηρητής της αεροπορίας. Το χέρι του γλύστρησε κάτω από τη χλαίνη και χάιδεψε το σήμα με τ' ανοιχτά φτερά. Ήτανε και τούτο μια επιτυχία, μια τιμητική διάκριση. Τον είχανε ξεδιαλέξει ανάμεσα στους πολλούς για να του το δώσουν.

Τα βλέφαρά του είχαν αρχίσει να βαραίνουν, Οι φλόγες μπροστά του παίρνανε παράξενα σχήματα. Η νύχτα έπρεπε να είναι πολύ προχωρημένη. Τα μάτια του Διάκου σφάληξαν.

.Μια ντουφεκιά έπεσε, έπειτα μια άλλη, κι έπειτα ξέσπασε ένα βρόντημα, σαν έκρηξη χειροβομβίδας, που το ακολουθήσανε ριπές και πυκνότερο ντουφεκίδι.

Τα ξαπλωμένα κορμιά, γύρω από τις φωτιές ανακάθισαν.

Οι Ιταλοί!

Ο Διάκος ήτανε κιόλας ορθός κι έτρεχε προς τις προφυλακές, φωνάζοντας στους διμοιρίτες του να συγκεντρώσουν τους άντρες.

Στο εικονοστάσι επάνω, οι λάμψεις των πυροβολισμών ξεσχίζανε τη νύχτα. Ένας λοχίας κατατόπισε γρήγορα το Διάκο. Μέσα στο σκοτάδι και τη σιγή, βήματα και ομιλίες ακατάληπτες είχαν ακουστή πάνω στη στράτα. Στο πρόσταγμα του σκοπού καμιά απόκριση δεν είχε δοθεί. Σαν έπεσαν όμως οι πρώτες ντουφεκιές από τη δική μας πλευρά, οι νυχτερινοί επισκέπτες είχαν απαντήσει με χειροβομβίδες και αυτόματα.

Τώρα ωστόσο καμιά αντίδραση δεν εκδηλωνόταν στα πυρά του φυλακίου. Ο Διάκος πρόσταξε να σταματήσει το ντουφεκίδι. Ο Ντάσκας έφτανε κιόλας με τους άντρες του.

Αμίλητοι όλοι περίμεναν, κρατώντας την ανάσα τους, με τ' όπλο έτοιμο στο χέρι. Κάπου, μακρυά, προς το Γάβρο, ακούστηκαν ντουφεκιές και ριπές. Κι εκεί όμως τα πυρά σταματήσανε γρήγορα. Πέρασε ώρα, ο ουρανός στην ανατολή άρχισε να γαλακτώνει, δίχως τίποτα να ξαναταράξει την ησυχία των βουνών. Κανένας όμως δεν είχε ξαναγυρίσει στις φωτιές, που έσβηναν αργά μέσα στη ρεματιά.

Η Τσούκα όρθωνε τώρα τη δασωμένη ράχη της μπρος στους φαντάρους του 2 ου Λόχου του 1/4 Τάγματος. Εδώ και κάμποσα λεπτά τα πολυβόλα είχανε σωπάσει εκεί πάνω. Κάτι θα είχανε παρατηρήσει οι Αλπίνι και, ταμπουρωμένοι στις ψηλές πλαγιές, κρυμμένοι μέσα στα δέντρα και πίσω από τους βράχους, περίμεναν..

Γρήγορα σκαρφάλωναν οι φαντάροι, ακροβολισμένοι, με το Διάκο μπροστά. Αμίλητοι όλοι, μ' εκείνο το σφίξιμο στην καρδιά, που νιώθει και ο πιο γενναίος, σαν περιμένει ν' ακούσει την πρώτη σφαίρα να σφυρίζει.

Και ξαφνικά, πάνω από τους φαντάρους που προχωρούσαν, ξέσπασε, δαιμονικό, το κροτάλισμα των ιταλικών οπλοπολυβόλων και πολυβόλων. Μελίσσι φτάσανε από παντού οι ριπές, σπαράζοντας τον αέρα. Οι σφαίρες θερίζανε τα φύλλα των δέντρων και τσακίζανε μ' ένα ξερό κρότο τα κλαριά.

Δυο-τρεις φαντάροι σωριαστήκανε με βογγητά. Οι άλλοι κοντοσταθήκανε διστακτικοί, Μερικοί κάμανε να καλυφτούν.

Η φωνή του Διάκου ακούστηκε επιτακτική, άγρια:

-Μη σταματάτε παιδιά!

Ο ίδιος τάχυνε το βήμα. Δίπλα του, τρέχοντας, σκαρφάλωνε ο Λευτέρης Ντάσκας.

Οι φαντάροι ακολούθησαν.

Τα πυρά του εχθρού γίνονταν ολοένα πυκνότερα. Οι Αλπίνι προσπαθούσανε τώρα να δημιουργήσουνε αποτελεσματικότερο φραγμό ρίχνοντας χειροβομβίδες.

-Παιδιά εφ' όπλου λόγχη! Πρόσταξε ο Διάκος.

Άστραψε το Ελληνικό ατσάλι. Έλαμψε και η μορφή του Διάκου.

Ναι, αυτή τη στιγμή - αυτή τη στιγμή! - ονειρευόταν πάντα: Αυτός μπροστά και από κοντά οι στρατιώτες του, τα παλληκάρια του, με τη λόγχη στ' όπλο για την Ελλάδα!

Πρώτος ρίχτηκε μέσα στις εκρήξεις των ιταλικών χειροβομβίδων. Οι φαντάροι χυμήξανε μαζί του, πατήσανε τις ιταλικές θέσεις. Ανεβοκατεβήκανε τα όπλα με τις λόγχες. Ύστερ από λίγα λεπτά ο Διάκος έπιανε την κορφή.

Δεν πρόλαβε όμως να ξανασάνει ο Λόχος, να εγκατασταθεί πάνω στη ράχη. Με μανία οι Αλπίνι ανταποδώσανε το χτύπημα. Οι Έλληνες δεν μπορέσανε να κρατηθούνε στις θέσεις που μόλις είχανε καταλάβει.

Στα ριζά του βουνού, ο Διάκος μάζεψε τους φαντάρους του. Τα μάτια του, φλογισμένα φαίνονταν μεγαλύτερα.

-Πρέπει να το ξαναπάρουμε το ύψωμα, είπε. Δεν είναι μόνο ζήτημα φιλότιμου να μην αφήσουμε τους Ιταλούς να μας εξευτελίσουν. Αλλά στη μάχη αυτή κρίνεται ίσως η τύχη της Πατρίδας. Ο Δαβάκης δεν μπορεί να προχωρήσει αν εμείς δεν καθαρίσουμε το βουνό. Πάμε, παιδιά! Πρέπει να δείξουμε πως είμαστε αληθινοί Έλληνες!

-Πάμε, κύριε υπολοχαγέ!

Πάλι με τη λόγχη οι φαντάροι ακολούθησαν.

Η Τσούκα κυριεύτηκε για δεύτερη φορά.

Ο Διάκος βιαζότανε τώρα να στεριώσει καλά πάνω στην κορφή. Αλλά και πάλι δεν πρόλαβε. Το ιταλικό πυροβολικό από τη Φούρκα και οι όλμοι του εχθρού κάμανε για κάμποση ώρα τη ράχη της Τσούκας κόλαση, όπου κανένας δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι του. Κι αμέσως έπειτα οι Αλπίνι εξαπολύσανε νέα λυσσασμένη αντεπίθεση και ξηλώσανε και αυτή τη φορά τους φαντάρους του 1/4 από την κορφή.

Κάτω από τα πυρά των ιταλικών αυτομάτων όπλων, που χτυπούσανε καταιγιστικά τις προσβάσεις της Τσούκας, ο Διάκος ανασυγκρότησε τις διμοιρίες του και τις παρέσυρε σε τρίτη έφοδο προς την κορφή. Εκεί πάνω κατάραχα, οι φαντάροι ήρθανε στα χέρια με τους Ιταλούς. Γαντζωμένοι στα βράχια, οι Αλπίνι πολεμήσανε με άγριο πείσμα. Τη στιγμή που λυγίζανε, τους ήρθαν ενισχύσεις. Ο Διάκος και ο Ντάσκας κάνανε σα θηρία στην προσπάθειά τους να κρατηθούνε με το λόχο πάνω στην Τσούκα. Οι Ιταλοί όμως τους σπρώξανε προς τη βορειοανατολική πλαγιά του βουνού, όπου τελικά τους έριξαν.

Λαχανιασμένος, με ξαναμμένο πρόσωπο, με το χιτώνιο ξεσχισμένο, ο Αλέκος Διάκος ξαναμάζεψε για τρίτη φορά τους στρατιώτες του.

Ο ίδιος κρατούσε τώρα το μάνλιχερ ενός σκοτωμένου φαντάρου.

Όσοι από σας είστε άντρες , θάρθετε μαζί μου!

Τα ιδρωμένα πρόσωπα των φαντάρων φανερώνανε κούραση και αποκαρδίωση. Δεν είναι μικρή δουλειά να κυριέψεις τρεις φορές την ίδια θέση, τρεις φορές να τη χάσης, κάθε φορά να έχεις αφήσει εκεί κορμιά συντρόφων σου και να σου λένε αμέσως να ξαναρχίσεις .

-Να ξανασάνουμε, κύριε Υπολοχαγέ. μουρμούρισε κάποιος.

Ούτε στιγμή! Αν ξανασάνουμε εμείς, θα ξανασάνουν και οι Ιταλοί. Και τότε δεν θα την πάρουμε ποτέ την Τσούκα. Μια τελευταία προσπάθεια χρειάζεται παιδιά! Μην την αρνηθήτε..

Αναπτυχθήκανε ξανά οι φαντάροι και. Αργά, κινήσανε κατά πάνω, προς τα ιταλικά οπλοπολυβόλα, που δε λέγανε να σταματήσουνε ούτε στιγμή.

Η ώρα ήτανε δώδεκα. Ένας ολόχρυσος ήλιος μεσουρανούσε..

Η φωνή του Διάκου αντήχησε πάλι:

Εμπρός με τη λόγχη!

Μόνο ο Ντάσκας και λιγοστοί φαντάροι τον ακολούθησαν τούτη τη φορά. Ο λόχος είχε χάσει την ορμή του.

Αυτό λοιπόν θα ήτανε το τέλος, το άδοξο τέλος; Θα μένανε εκεί κουρνιασμένοι, με τους Ιταλούς νικητές από πάνω τους; Όχι! Δεν μπορούσε να γίνει αυτό.

Εμπρός παιδιά! Εμπρός! Για μιαν Ελλάδα ! Για μια μεγάλη Ελλάδα ! Για μιαν ελεύθερη Δωδεκάνησο !

Η κραυγή δεν έμοιαζε να βγαίνει από ανθρώπινα στήθια. Ήτανε κάτι αλλόκοτο.

Για μια μεγάλη Ελλάδα, για μιαν ελεύθερη Δωδεκάνησο !

Οι φαντάροι ορθώθηκαν όλοι.

Μαζί σου λεβέντη!

Η πρώτη γραμμή των Αλπίνι σαρώθηκε.

Ο Διάκος βρέθηκε κατάφατσα με ένα ιταλικό πολυβολείο.

Προσέξτε κύριε υπολοχαγέ! Φώναξε ο Ντάσκας.

Ένα κροτάλισμα ακούσθηκε. Δίπλα στο Διάκο ένας φαντάρος έπεσε.

Θέριεψε ο Διάκος. Πίσω από τις πέτρες που είχανε στήσει με τη συνηθισμένη μαστοριά τους οι Αλπίνι, φαίνονταν οι χειριστές του Φίατ. Ορθός ο Διάκος σημάδεψε με το τουφέκι κι έριξε. Έπειτα όρμησε.

Το ξερό κροτάλισμα αντήχησε πάλι..

Ο Διάκος σταμάτησε. Τ' όπλο του έφυγε από τα χέρια..

Για την Ελλάδα. για τη Δωδεκάνησο - την πάλλευκη Δωδεκάνησο μέσα στη γαλάζια θάλασσα.

Το πολυβόλο εξακολουθούσε να βάλλει. Ο Διάκος τέντωσε το ανάστημά του. Κάτι πήγε να φωνάξει - μια τελευταία ίσως προσταγή στους φαντάρους του. Από τα χείλη του όμως δε βγήκε φθόγγος. Απότομα, σα να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, ο ήρωας σωριάστηκε άψυχο κορμί - πρώτος Έλληνας αξιωματικός που έπεφτε στη μάχη της Πίνδου, στη μάχη της Ελλάδος.

Μας φάγανε τον υπολοχαγό! Φώναξε ο Ντάσκας.

Ήταν οι τελευταίες λέξεις που πρόφερε. Καθώς ριχνόταν κατά το μέρος όπου είχε πέσει ο Διάκος, μια ριπή τον σώριασε και αυτόν νεκρό..

Η Τσούκα έμεινε τη μέρα εκείνη στα χέρια των Ιταλών. Η νίκη όμως ανήκε στο Διάκο.

Απερίσπαστα και ανενόχλητα πια από εχθρικά πυρά στο πλευρό τους - πάνω στη Τσούκα οι Αλπίνι είχανε τώρα όλη την προσοχή τους καρφωμένη στην κατεύθυνση της Ζούζουλης - τα τμήματα του δεξιού του Νότιου συγκροτήματος μες το Δαβάκη επικεφαλής, είχαν εξορμήσει από τη Μαρδίτσα και κυρίευαν την ίδια μέρα τον Προφήτη Ηλία Φούρκας και την επόμενη τη Φούρκα, αφανίζοντας τις δυνάμεις που είχε αφήσει εκεί ο Τζιρόττι. Ταυτόχρονα, στο βόρειο τομέα, Ο Μεσίρης και ο Γεωργιάδης παίρνανε, ύστερα από σκληρή μάχη, τη Λυκορράχη.

Πάνω όμως στην αιματοποτισμένη ράχη της Τσούκας, ο εχθρός είχε ιδεί, για πρώτη φορά από τη μέρα της εισβολής, να ξεσπάει έτσι εναντίον του η πολεμική μανία της οργισμένης Ελλάδος. Και. θορυβημένος από την ξαφνική αγριότητα του χτυπήματος, από ην ορμή και το πείσμα του Διάκου και των φαντάρων του, βέβαιος πως πίσω από τη δράκα αυτή των παλληκαριών έπρεπε να υπάρχουν στη Ζούζουλη μεγάλες ελληνικές δυνάμεις έτοιμες να συνεχίσουνε την επίθεση, ο Τζιρόττι χαλάρωνε για τρεις ολόκληρες ώρες την πίεσή του στο Ρωμιό, έστρεφε τα πυρά των πυροβόλων και των όλμων του προς τη Τσούκα, έστελνε ενισχύσεις εκεί έχανε πολύτιμο χρόνο.

Και, όταν τέλος οι Αλπίνι του 8 ου Συντάγματος σπάσανε την αντίσταση του Πανταζή και περάσανε το Ρωμιό και ξεχυθήκανε προς τη Σαμαρίνα και το Δίστρατο, ήτανε πια πολύ αργά γι αυτούς: οι πλαγιοφυλακές τους που σπεύσανε για να καταλάβουν τη διάβαση της Σκούρτζας, πάνω από το Δουτσικό, τη βρήκανε πιασμένη από το Δημάρατο και την πρωτοπορία της Ταξιαρχίας του, που πριν λίγα μόλις λεπτά είχανε φτάσει . Κι από τη Σκούρτζα περάσανε τις επόμενες ημέρες οι δυνάμεις που το Β΄ Σώμα μάζευε αδιάκοπα στα Γρεβενά - οι δυνάμεις που εγκλωβίσανε τον όγκο της «Τζούλια» στο Δίστρατο, ενώ ο Στανωτάς ανέβαινε με τη Μεραρχία του από το Μέτσοβο και, επάνω, από το Γράμμο ως το Σμόλικα, ο Βραχνός έκλεινε την υποχώρηση στον εχθρό και αντιμετώπιζε και τσάκιζε κάθε προσπάθεια του Πράσκα να σώση τους Αλπίνι του.

Έτσι το Β΄ Σώμα, έβλεπε τα τολμηρά όνειρά του να γίνονται πραγματικότητα. Και πριν καν περάσουνε δέκα μέρες από την ώρα της θυσίας του Διάκου, ο παιάνας της μεγάλης νίκης του Έθνους ακουγόταν ως τα πέρατα του κόσμου.

Σα μυθικός ήρωας, νέος, γεμάτος υγεία και ομορφιά σκοτώθηκε ο Διάκος. Σκοτώθηκε πάνω στα ψηλά βουνά της Πίνδου, στις επάλξεις της Πατρίδας του, μεθυσμένος από την πίστη του και τον ενθουσιασμό του. Έπεσε στην κρισιμότερη ώρα της Ελλάδος, για την Ελλάδα - για τη Μεγάλη Ελλάδα που οραματίζονται όσοι από μας έχουν αντρίκια ψυχή.

Τρεις μέρες αργότερα, όταν άρχιζε πια το σάρωμα του εχθρού, κάποιο ελληνικό τμήμα, περαστικό από τη Τσούκα, βρήκε το κορμί του Αλέκου Διάκου πάνω σ' ένα στρώμα από κλαδιά και φύλλα.

Τα κουμπιά της στολής του έλειπαν. Να ήταν, τάχα, ένα βάρβαρο και ιερόσυλο πάθος που είχε σπρώξει τους Αλπίνι ν΄ απλώσουνε βέβηλο χέρι πάνω στο σκοτωμένο παλληκάρι, ή, μήπως, η επιθυμία να πάρουν ευλαβικά κάποιο ενθύμιο από το άγιο λείψανο ενός αληθινού ήρωα;

Στο μικρό κοιμητήριο της Ζούζουλης, αναπαύεται ο Αλέκος Διάκος από τη Δωδεκάνησο.

Ήταν ωραία η νίκη στην Πίνδο. Και η Δωδεκάνησος σήμερα είναι ελληνική.

asxetos.gr


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον Ἐλεύθερος Πολιορκημένος, 26-10-2009.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Ἀκόμη θυμᾶμαι, γιαγιά μου...

...την 28η Οκτωβρίου, αγκαλιά, το λιτό κρεβάτι της χήρας, το μακρύ φαρδύ νυχτικό, το χάδι στις σφιχτές μου πλεξούδες.. Ακόμη θυμάμαι, γιαγιά μου, να μου μαθαίνεις πως οι πλεξούδες είναι όπλο και κρυφό σχολειό.


Και τι; τι κάναμαν νομίζεις; ό,τι κάναν όλοι. Μ είχ’ η μάνα μου από δίπλα, κι η πεθερά μου, μια την άλλη να ανεβούμε το βουνό. Ο παππούς σου ήταν στο βουνό, ούτ’ ήξερα που’ταν, τι έκανε, ζούσε δε ζούσε, τα παιδιά είχα στο νου μου, δύο τότε, ποθάναν και τα δυό, ότι παιδί έπιασα στον πόλεμο το ΄χασα. Η μάνα σου ήταν το πρώτο ποζησε, φύγαμε στην Κέρκυρα, μας μάζεψε η νόνα σου, έδωκ΄ο Θεός.

Ο παππούς σου βγήκε από νωρίς στο βουνό. Τον μάθανε κι από την καλή κι από την ανάποδη οι γερμανοί. Δυό φορές ερήμην εις θάνατον τον καταδίκασαν. Ήξερε γράμματα, ήξερε γαλλικά, ιταλικά, αρβανίτικα, ήξερε τον τόπο όσο κανένας. Ήταν γενναίος ο παππούς σου. [...]

Ο ιταλός διοικητής στην Παραμυθιά λεγότανε Ντούκα. Δούκας, έλεγε αυτός. Ότι ήταν από τους Δούκες του Βυζαντίου, έλεγε. Δεν τους χώνευε τους γερμανούς, ούτε τους αλβανοτσάμηδες. Ήτανε τίμιος άνθρωπος. Είχανε στήσει ολόκληρη μηχανή με τον παππού σου. Ο Δούκας έκανε πως χαιρετούσε τη θεία τη Γεωργίτσα στο δρόμο, και της έχωνε σημειώματα στις πλεξούδες. Που θέλανε να χτυπήσουν οι αλβανοτσάμηδες, ποιές οικογένειες είχανε βάλει στο ματι οι γερμανοί… Η θεία σου πήγαινε κι έβρισκε τον παππού, ή κατέβαινε αυτός, έπαιρνε τα μηνύματα από τις κοτσίδες κι ανάλογα άλλαζαν θέσεις οι αντάρτες, ειδοποιούσαν τις οικογένειες που κινδύνευαν, φρόντιζαν να σώσουν τους ανθρώπους...”



Κείνοι που επράξαν το κακό – τους πήρε μαύρο σύννεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
Μ’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένον άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Με πικραμένα μάτια
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο – δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειό μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Μάνα που να ‘χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Χορεύοντας να ‘ χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου![...]


Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μέσ’ στο αίμα
Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει :
Ελευθερία,
Έλληνες μέσ’ στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο :
Ε Λ Ε Y Θ Ε Ρ Ι Α
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος


Οι στίχοι του Οδυσσέα Ελύτη. Τα λόγια της γιαγιάκας μου, του συνόρου και του κόσμου. Της γιαγιάς μου που δεν έχει δικό της όνομα πια. Ο Καργάκος θα έλεγε πως ονομάζεται “πατρίς”.

Λαμπρινή Χ. Θωμά


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον Locandiera, 28-10-2006.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Ἕνας ἡρωικὸς αἰῶνας χωρὶς ἥρωες;

Οι μεγαλύτεροι Έλληνες του αιώνα. Ξεχάσαμε τους ήρωες; Πατεράδες, μανάδες και παππούδες; Αναρωτιέται ο Ηλίας Μπαζίνας. Το πρώτο από μια σειρά σπουδαίων άρθρων.

Ηλίας Μπαζίνας
«Φίλαθλος», 8-1-2000

Μια Ελλάδα, που δεν την ξέρω, για την οποία κανείς ποτέ δεν μου είπε τίποτα όταν μεγάλωνα, μου ζητάει πράγματα, που δεν γίνονται. Μου ζητάει να ξεχάσω πατεράδες, μανάδες, παππούδες, μπαρμπάδες. Ήταν και δικός τους ο αιώνας που έφυγε. Τον ετίμησαν. Δεν ζητάνε παράσημα, εκεί, που είναι. Τα πήραν τότε, που μέτραγε.

Ζητάνε να μη χάσουμε τα σύγκαλά μας!

Αναπέμπω μαζί με την αίτηση συγχώρεσης στον Κώστα το Δαβάκη, τον τελευταίο στίχο από το μοιρολόι του:

«Ε, κρουσταλλένιε ποταμέ, που δεν εθόλωσες ποτέ, μα από το τώρα κι εδανά, έχεις θολώσει τα νερά, τι ζ' έφαεν η θάλασσα...»




Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον ΗΛΙΑΣ ΜΠΑΖΙΝΑΣ, 16-11-2008.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Περὶ τῶν στρατιωτικῶν νεκροταφείων στὴν Βόρειο Ἤπειρο

EΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΟΝ «Π.Λ.»

Κύριε Διευθυντά,

Με πανηγυρικές δηλώσεις ανακοίνωσαν η αρμόδια ΥΠΕΞ κ. Ντόρα Μπακογιάνη και ο αρμόδιος Υφ. Εθνικής Άμυνας κ. Κωνσταντίνος Τασούλας, την υπογραφή στα Τίρανα της συμφωνίας Ελλάδος και Αλβανίας, για τη δημιουργία δυο Ελληνικών Στρατιωτικών Νεκροταφείων στο χώρο της Βορείου Ηπείρου.Μάλιστα έγινε λόγος και για τακτοποίηση του θέματος που εκκρεμούσε για περισσότερα από δέκα χρόνια... Όμως, όσοι γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα, ένιωσαν τεράστια έκπληξη, απορία και προβληματισμό γι' αυτή την εξέλιξη. Κι αυτό γιατί στην πράξη δεν γίνεται τίποτε ολοκληρωμένο. Πανηγυρίζουν και θριαμβολογούν οι αρμόδιοι για την δημιουργία Στρατιωτικού Νεκροταφείου στους Βουλιαράτες (!), ενώ αυτό υφίσταται εδώ και δεκαετίες, καθώς το διατηρούσαν με κίνδυνο της ζωής τους οι αδελφοί Βορειοηπειρώτες στα μαύρα χρόνια της κομμουνιστικής δικτατορίας του Ενβέρ Χότζα. Παράλληλα δε, ας μην ξεχνάμε ότι μετά την πτώση του καθεστώτος, η Ελληνική Κυβέρνηση το ανακαίνισε εκ βάθρων, μετατρέποντάς το σε πραγματικό στολίδι και εγκαινιάζοντάς το επισήμως. Επομένως είναι απορίας άξιον τι είναι αυτό που θα δημιουργηθεί στους Βουλιαράτες. Ταυτόχρονα βέβαια είναι θετικό το γεγονός δημιουργίας Στρατιωτικού Νεκροταφείου στην Κλεισούρα, αλλά γιατι αλήθεια «ξεχάστηκε» το αντίστοιχο που θα κατασκευαζόταν στην Κορυτσά; Γιατί μέχρι πρόσφατα η Ελληνική πλευρά μιλούσε για τρία (3) Ελληνικά Στρατιωτικά Νεκροταφεία, ενώ οι Αλβανοί εθνικιστές αντιδρούσαν, κατηγορώντας την Ελλάδα ότι με την δημιουργία τριών (3) Ελληνικών Στρατιωτικών Νεκροταφείων «οριοθετεί το χώρο της Βορείου Ηπείρου».Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα, ότι οι Αλβανοί μας «άδειασαν» για μια ακόμη φορά με περισσή ευκολία. Κι έτσι, για τους ήρωες που έπεσαν στην περιοχή της ανατολικής Βορείου Ηπείρου, στην καλύτερη περίπτωση τα οστά τους θα μεταφερθούν δεκάδες χιλιόμετρα μακρύτερα για να μην ενοχλεί η παρουσία τους τους «φίλους μας» Αλβανούς. Ασφαλώς θα τρίζουν τα κόκκαλα των ηρωικών νεκρών μας, που έπεσαν στον αγώνα ενάντια στην φασιστική Ιταλία για την απελευθέρωση της πανάρχαιας Ελληνικής γης της Βορείου Ηπείρου. Κι έτσι χάθηκε ακόμη μιαευκαιρία για την οριστική ανάπαυσή τους, αφού και πάλι επιλέξαμε την ικανοποίηση των απαράδεκτων αλβανικών απαιτήσεων, διαγράφοντας μια ιστορική οφειλή ...Κρίμα και πάλι κρίμα ...Σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Π. ΚΑΛΛΙΑΚΜΑΝΗΣ
Μέλος Κ.Δ.Σ. ΠΑ.ΣΥ.Β.Α.
Τακτικό μέλος Σ.Φ.Ε.Β.Α.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΟΥΡΑΣ


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον chaonia online, 20-10-2009.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Δύο ἑλληνικὰ στρατιωτικὰ νεκροταφεῖα στὴ Βόρειο Ἤπειρο

Παναγιώτης Σαββίδης

Μπήκαν και επίσημα σήμερα οι υπογραφές στα Τίρανα, στη συμφωνία για τη δημιουργία δύο στρατιωτικών κοιμητηρίων στη Βόρειο Ήπειρο, για τους άταφους νεκρούς του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940-1941.

Η κυβέρνηση Μπερίσα έδωσε το «πράσινο» φως, για τη δημιουργία ενός δεύτερου στρατιωτικού κοιμητηρίου στην περιοχή της Κλεισούρας. Το πρώτο υπάρχει εδώ και χρόνια στο χωριό Βουλιαράτες Αργυροκάστρου και αποτελεί επίσημο σημείο εορτασμού της εθνικής επετείου.

Στην Κλεισούρα το κοιμητήριο έχει ολοκληρωθεί με ενέργειες του αρχιεπισκόπου Αλβανίας, Αναστάσιου και απομένει μόνο ο ενταφιασμός των οστών των 280 Ελλήνων στρατιωτών, που σήμερα οι οστεοθήκες τους στοιβάζονται, στο γυναικωνίτη παρακείμενης εκκλησίας.

Ωστόσο, ερωτήματα υπάρχουν, γιατί η ελληνική πλευρά υπαναχώρησε από το αρχικό αίτημα, για δημιουργία τεσσάρων νέων στρατιωτικών κοιμητηρίων, στην Κορυτσά, την Κλεισούρα, την Πρεμετή και τη Χειμάρρα, όπου υπάρχουν διάσπαρτα οστά Ελλήνων στρατιωτών.

Τον περασμένο Οκτώβριο, η εκπομπή «ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ» είχε αναδείξει το πρόβλημα με ένα οδοιπορικό στα σημεία που βρίσκονται άταφοι οι νεκροί του 1940- 1941. Στο Αργυρόκαστρο, στην Κλεισούρα, στη Χειμάρρα.

Απόλυτα δικαιωμένος από την εξέλιξη αυτή, δηλώνει ο αντιπρόεδρος της βουλής, Γιώργος Σούρλας, που είχε κάνει «σημαία» τη δημιουργία οργανωμένων στρατιωτικών νεκροταφείων στη Βόρειο Ήπειρο. «Μιλάμε για 7.976 νεκρούς που τα οστά τους βρίσκονται διάσπαρτα. Η απόφαση αποτελεί λύση σε μία εθνική εκκρεμότητα για περισσότερα από 68 χρόνια» δήλωσε στη zougla.gr ο Γιώργος Σούρλας, που είχε προειδοποιήσει πως δεν θα ψηφίσει στη βουλή τη Συμφωνία Σταθεροποίησης και Σύνδεσης της Αλβανίας με την Ε.Ε, εάν πρώτα δεν δινόταν λύση στο ζήτημα με τα ελληνικά στρατιωτικά κοιμητήρια στη Βόρειο Ήπειρο.

Τη συμφωνία υπέγραψε από την Ελλάδα η υπουργός Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη, παρουσία του υφυπουργού Εθνικής Άμυνας Κώστα Τασούλα.



Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὴν Ζούγκλα, 9-2-2009.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Μοιρολόι κλαρίνου γιὰ τοὺς ἄθαφτους νεκροὺς τοῦ ᾿40 (β')



Διαβάστε εδώ:

Τους νεκρούς μου δεν θα τους προδώσω

Και μία αληθινή ιστορία που θα σας συγκινήσει από το phorum.gr :

Ήταν γύρω στα τέλη του 1944 ή στις αρχές του 1945. Οι Γερμανοί είχαν πια φύγει και ο Ενβέρ με τους συντρόφους του εδραίωναν ολοένα και περισσότερο την κυριαρχία τους παντού, ρίχνοντας ένα απαίσιο μαύρο πέπλο σε όλη τη Βόρεια Ήπειρο και σε όλη την Αλβανία.

Το Κηπαρό ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Χειμάρρας εκείνη την εποχή δεν ήταν το παραθαλάσσιο χωριό που γνωρίζουν οι Χειμαρριώτες, αλλά και όσοι είχαν τη τύχη να το επισκευθούν. Τότε όλοι οι Κηπαριώτες κατοικούσαν στο πάνω χωριό, κτισμένο σαν σε αετοφωλιά στην κορφή ενός απόκρημνου λόφου λίγο πιο πάνω στο βουνό. Μετρημένα στα δάκτυλα του ενός χεριού ήσαν τότε τα κτίσματα στην παραλία.

Εκεί λοιπόν στο πάνω χωριό με τα υπέροχα πέτρινα σπίτια, τα λιθόστρωτα δρομάκια, τις αψιδωτές πύλες και τις πανέμορφες εκκλησίες, εκεί που σήμερα κατοικούν πια κάποιοι λίγοι, εκεί ζούσε ακόμα σχεδόν αιωνόβιος ο Πίλλος Χίλας. Σπυρίδων ήταν βαφτισμένος αλλά όλοι με το χαϊδευτικό του τον φώναζαν. Ο μπάρμπα Πίλλος ήταν στα τελευταία του. Όλοι στο χωριό έλεγαν ότι από ώρα σε ώρα θα άφηνε αυτό τον κόσμο. Όμως ο ίδιος ξαπλωμένος στο κρεβάτι και ανήμπορος πια να σηκωθεί δεν ήθελε να αφήσει τον χάρο να τον πάρει αν δεν έβλεπε αυτό που περίμενε, αυτό που ποθούσε.

Δεν μπορεί, θα έλθουν, τώρα όπου να’ναι θα φτάσουν μονολογούσε συνέχεια. Ο Ζέρβας θα έλθει, δεν μπορεί να μην έλθει και θα έχει μαζί του τον στρατό του, τον Ελληνικό στρατό για να μας ελευθερώσει. Μονολογούσε συνέχεια και όλο το χωριό πια το είχε μάθει.

Όλοι στο χωριό είχαν ακούσει τις φήμες που κυκλοφορούσαν από καιρό πως ο καπετάν Ζέρβας με τον στρατό του θα φθάσει και θα ελευθερώσει την Βόρεια Ήπειρο. Όλοι ποθούσαν κάτι τέτοιο αλλά στα τελευταία του ο Πίλλος Χίλας ήταν, και ήθελε να το δει τώρα, πριν φύγει για το μεγάλο ταξίδι χωρίς γυρισμό.

Οι μέρες περνούσαν, γίνονταν βδομάδες και αυτές περνούσαν. Ο Πίλλος Χίλας στο κρεβάτι μονολογούσε αρνούμενος να εγκαταλείψει τον κόσμο αυτόν αν δεν γινόταν το ποθούμενο. Μια μέρα άνοιξε η πόρτα του σπιτικού του μπάρμπα Πίλλου και ένας συγχωριανός μπήκε μέσα πλησίασε τον ετοιμοθάνατο και του είπε «Φτάσανε Πίλλο, φτάσανε ο Ζέρβας και οι δικοί του, είναι πάνω στον Αϊ Θανάση, σε λίγο θα μπουν και στο χωριό». Για χρόνια στο χωριό συζητούσαν γιατί άραγε ο συγχωριανός πήγε στο σπίτι του Πίλλου να πει αυτό το ψέμα, ίσως από κακία, ίσως ήταν μια ανοησία του για να δει τι θα κάνει ο ετοιμοθάνατος, κανείς δεν είναι σίγουρος. Όμως αν ήθελε να δει τι θα γίνει αυτό το είδε.

Ο μπάρμπα Πίλλος σαν τ’άκουσε, ένα χαμόγελο λύτρωσης και ευτυχίας φώτισε
το πρόσωπό του, μια λάμψη φάνηκε στα σκοτεινιασμένα μάτια του. «Τώρα μπορώ να φύγω ήσυχος» ψιθύρισε, το κεφάλι του έγειρε και η ψυχή του πέταξε μακριά από το πεθαμένο σώμα.

Αιωνία σου η μνήμη μπάρμπα Πίλλο.

Το περιεχόμενο της ιστορίας είναι αληθινό.



Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό στην Αλβανία

Οδυσσέας Ελύτης

Γι' αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή,
λυώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
-ο θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο!

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλλα στον αέρα,
καθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
στο θάνατο - κ' η μοίρα ό τι θέλει ας πεί.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κ' ηύρε το θάρρος,
καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο,
-κιάλια, τηλέμετρα, όλμοι κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
(Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...)

Στο χώμα μόνο μια στιγμή κουνήθηκαν οι ρίζες,
ύστερα σκόρπισε ο καπνός κ' η μέρα πήε δειλά
να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια.

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
-μολις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος,
κ' ύστερα χύθηκε μεμιάς ως τα χλομά του νύχια!

Ηλιε, δεν ήσουν ο παντοτεινός;
Πουλί, δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη, δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κ' εσύ, περβόλι, ωδείο των λουλουδιών,
κι' εσύ, ρίζα σγουρή, φλογέρα της μαγνόλιας!

Eτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δεντρο
και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
κ' ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
και τα δυο ματια πάνε να δακρύσουν,
γιατί; ρωτάει ο αητός, πούναι το παλικάρι;

Κι' όλα τ' αητόπουλα απορούν: πούναι το παλικάρι!
Γιατί; ρωτάει, στενάζοντας η μάνα, πούναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν: πού νάναι το παιδί!

Γιατί; ρωτάει ο σύντροφος, πού νάναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν: πού νάναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός.
πιάνουν το χέρι, και παγώνει,
πάν να δαγκάσουνε ψωμί, κ' εκείνο στάζει αίμα,
κοιτούν μακριά τον ουρανό κ' εκείνος μελανιάζει
-γιατί; γιατί; γιατί; γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος;
γιατί ένα τέτιο ανόσιο ψωμί;
γιατί ένας τέτιος ουρανός εκεί που πρωτα εκατοικούσε ο ήλιος!..




Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον HeLLeNiCReVeNgE, 27-10-2008.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Μοιρολόι κλαρίνου γιὰ τοὺς ἄθαφτους νεκροὺς τοῦ ᾿40 (α')

Συγκέντρωσα τόσα στὶς ἱστοσελίδες μου γιὰ τὸ ΟΧΙ τοῦ ᾿40, ἱστορικὰ στοιχεῖα, λογοτεχνικὰ κείμενα, πίνακες καὶ φωτογραφίες, ὅμως ὅλα μαζί, καὶ ἑκατὸ μνημεῖα καὶ πεντακόσιοι τόμοι καὶ χίλιοι πανηγυρικοί, δὲν λένε τόσα, ὅσα λένε ἐτοῦτα τὰ ξεχασμένα κόκκαλα στὰ βουνὰ τῆς Βορείου Ἠπείρου μας...



Ἀφιέρωμα: Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ

Τὰ ὀστὰ τῶν ἡρώων μας...
+ Οἱ νεκροὶ τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ Πολέμου, μέσα ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα τῆς Δ.Ι.Σ. (Ἄντγος Παν. Κωνσταντόπουλος, Δντὴς ΔΙΣ/ΓΕΣ.)
+ Γιὰ το βιβλίο τοῦ Γ.Ι. Σούρλα, «Οἱ ἥρωες τοῦ 1940 περιμένουν». (Κυκλάμινο τοῦ βουνοῦ.)
+ «Alors, c' est la guerre». (Πήγασος.)
+ «Ἥρωες στά... ἀζήτητα». (Ζούγκλα.)

Ἐνημέρωσις: Μετὰ ἀπὸ ἀγῶνες δεκαετιῶν, τὸ ΥπΕξ ἀνεκοίνωσε στὶς 20-11-2008 συμφωνία μὲ τὴν Ἀλβανία γιὰ τὴν δημιουργία δύο στρατιωτικῶν νεκροταφείων, ἡ δὲ ὁριστικὴ συμφωνία ὑπεγράφη στὶς 9-2-2009. Πάντως, καὶ ἡ συμφωνία αὐτὴ συνιστᾷ ὑποχώρησι ἀπὸ τὰ ἀρχικά μας αἰτήματα.


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον Κρατύλος, 25-10-2008.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Τοὺς νεκρούς μου δὲν θὰ τοὺς προδώσω


H 74χρονη κ. Ερμιόνη, από τη Χειμάρρα δεν σταμάτησε ποτέ να κλαίει τους πεσόντες στο τελευταίο οχυρό.

Οι ήρωες γι' αυτήν έχουν πάντα όνομα.

Σάββατο, 27-10-2007

«E, μο διάολε, τράβα το δρόμο σου.
Εγώ τους νεκρούς μου δεν θα τους προδώσω».

Η κ. Ερμιόνη Πρίγκου είχε αγριέψει.

Ο Αλβανός αστυνομικός την απειλούσε με φυλακή. Εκείνη όμως επέμενε να τιμήσει -με το δικό της τρόπο, αλλά φανερά πια- τους έξι στρατιώτες που έπεσαν νεκροί δέκα μέτρα από την αυλή της, πριν από 65 χρόνια στα βουνά της Χειμάρρας. Κοριτσάκι τότε, η 74χρονη σήμερα Ερμιόνη θυμάται που έριχνε κι αυτή χώμα για να σκεπάσει τα άψυχα κορμιά των φαντάρων.

«Να, εδώ είναι ο Γιάννης. Ο Ματθαίος με τον Αντρέα είναι από εκεί. Μπορεί να κάνω και λάθος. Πάντως, ο Πάνος είναι από εδώ».

Μεγάλωσε με δύο ομαδικούς τάφους στον κήπο της. Γι' αυτήν οι ήρωες -έστω και νεκροί- έχουν όνομα και ταυτότητα. Και αν άλλοι τούς έχουν ξεχάσει, αυτή, η Ερμιόνη Πρίγκου, αλλά και ο ξάδερφός της, Δημήτρης, 78 χρόνων (ζούσαν τότε μαζί), δεν έπαψαν ποτέ να τους κλαίνε, να τους μιλάνε, να τους ανάβουν ένα κερί περιμένοντας κάποιος από την Ελλάδα να ενδιαφερθεί για τους δικούς τους νεκρούς ήρωες.

Για τους υπερασπιστές του τελευταίου ελληνικού οχυρού του νοτιοδυτικού μετώπου στη Χειμάρρα, που έπεσαν δίνοντας χρόνο στους άλλους για να οπισθοχωρήσουν με ασφάλεια.

«Αχ, τα παιδιά... Παίζανε μαζί μου. Μου φορούσαν τα καπέλα τους. Ολο ζωή.

Το έφερε έτσι η μοίρα και δεν με αποχωρίστηκαν ποτέ. Ούτε εγώ. Ούτε κανένας από την οικογένειά μας. Γεράσαμε μαζί με τα παιδιά. Θα ζούσαν άραγε τώρα; Μπορεί. Την αγάπαγαν αυτά τα παιδιά τη ζωή».

Η κυρία Ερμιόνη, η οποία ζει στη ρίζα του βουνού Σκουτάρα, περίπου δέκα χιλιόμετρα από τη Χειμάρρα, έζησε από κοντά -σχεδόν από τα δέκα μέτρα...- το έπος του '40.

Τις μάχες, το αίμα των φαντάρων, το ρόγχο του αξιωματικού τους λίγο πριν πεθάνει, την ώρα που τους άφηνε το πορτοφόλι του. «Πάρτε το», τους είπε, «εμένα εκεί που θα πάω δεν θα μου χρειαστεί».

Στο δικό της διάσελο, 30 μέτρα από την αυλή της, η ιστορία είχε χαρές και πανηγύρια, όταν οι Ιταλοί οπισθοχωρούσαν άτακτα. Δάκρυα, για το στρατιώτη που σκοτώθηκε μπροστά στα μάτια της από όλμο. Αγωνία, αν θα γύριζαν τα παιδιά ζωντανά όταν έβγαιναν για μάχη. Αν οι όλμοι που έπεφταν κατά δεκάδες τούς κομματιάσουν όλους. Μοιρολόι, για τους έξι τελευταίους υπερασπιστές του νοτιοδυτικού μετώπου, που έπεσαν νεκροί από τα πολυβόλα των Ιταλών. Αλλά και αγανάκτηση, γιατί κανένας δεν ενδιαφέρθηκε «για τα παιδιά αυτά, να τους ξεθάψει να τους πάει στους δικούς τους, να τους θάψουν στον τόπο τους, να νιώσουν το δάκρυ των δικών τους. Εμ, λέτε δεν καταλαβαίνουν οι νεκροί;».

«Εγώ θα πεθάνω και ακόμη... Εμένα ο πατέρας μου πήγε πέντε φορές εξορία από τον Χότζα γιατί δεν τους μαρτύρησε ποτέ πού τους είχαμε θάψει. «Πού είναι θαμμένοι οι Ελληνες;», τον ρωτούσαν και αυτός τους απαντούσε πως δεν ήξερε. Μια μέρα ένας Αλβανός αστυνομικός τον έφτυσε στο πρόσωπο. Εκείνος γέλασε. «Εγώ», μας έλεγε, «δεν θα τους προδώσω. Μην τους προδώσετε ούτε εσείς». Έπαιρνε τα ρούχα του και άντε στην εξορία».

Η κ. Ερμιόνη ξεσπάει. Εκεί στο χωράφι με τις ελιές, δυο ξύλινοι σταυροί στηριγμένοι με λίγες πέτρες κρύβουν τους ήρωές της. Έψαξε η ίδια. Έψαξε ο ξάδερφός της να βρουν τους συγγενείς των νεκρών, αλλά μάταια. «Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε γι' αυτούς».

Και ευτυχώς, όπως λέει, «βρέθηκαν οι νέοι της Ομόνοιας και έστησαν ένα μνημείο. Εγώ τους δώρισα το χώρο. Ετσι μου είχε πει ο πατέρας μου. Κάτι είναι κι αυτό. Αλλά δεν είναι κρίμα το ελληνικό κράτος να μην ενδιαφερθεί;

Ένας να έρθει ν' ανάψει ένα καντήλι;

Ένα κερί;

Και να σκεφτείτε ότι εμένα ήρθαν τώρα οι Αλβανοί και μου έκαναν παρατήρηση γιατί τους άφησα να κάνουν μνημείο στο χωράφι μου.

Και εγώ τους είπα:

«Έτσι, γιατί αυτό το χωράφι έχει στοιχειώσει από το αίμα τους».

Και ότι είναι δικοί μου οι νεκροί και να πάνε από εκεί που ήρθαν. Και μένα τότε μου είπαν ότι θα με πάνε φυλακή. Και εγώ τους είπα να με πάνε, κάποιος θα βρεθεί να με βγάλει. «Αλλά και να μη με βγάλει κανένας, δεν με νοιάζει. Ο πατέρας μου πήγε πέντε φορές εξορία. Ε, μο διάολε. Τους νεκρούς μου δεν θα τους προδώσω»...».

Οι αχλαδιές προστάτευσαν τους τάφους

Ήταν πια Απρίλης του 1941. Η υποχώρηση είχε αρχίσει.

Οι Ιταλοί άρχισαν να χτυπούνε από παντού. Ένας ένας οι μαχητές έπεφταν νεκροί. Αλλοι πέντε και ένας ο Αλογογιάννης έξι.

«Στο σπίτι γινόταν θρήνος. Ο Προβατάς, ένα από τα παιδιά, ζούσε πλημμυρισμένος στα αίματα. Έδωσε το πορτοφόλι στον πατέρα μου, πέθανε κι αυτός. Τους έδεσαν με τις κουβέρτες. Έσκαψαν λίγο στο χωράφι, ίσα ίσα για να τους σκεπάσουν. Εμείς είχαμε απομακρυνθεί μέχρι να δούμε τι θα γίνει.

Σαν γυρίσαμε, τους είδαμε τους τάφους. Οι μύτες από τα άρβυλα ξεχώριζαν από το χώμα. Ορμήσαμε κι εμείς τα μικρά παιδιά και αρχίσαμε να τα σκεπάζουμε.

Δύο οι τάφοι, έξι οι νεκροί. Ο πατέρας μου αργότερα φύτεψε στους δύο τάφους από μια αχλαδιά. Το χωράφι ανήκε στο συνεταιρισμό και υπήρχε φόβος όπως θα οργωνόταν να βρούνε τα οστά των παιδιών. Ετσι, με τις αχλαδιές λύθηκε το πρόβλημα».

Η κ. Ερμιόνη δεν ξεχνάει την ταφή των στρατιωτών. Αλλά και το μετά.

«Σε κάθε γιορτή η μάνα μου νύχτα μεσάνυχτα πήγαινε και άναβε ένα κερί. Δεν έπρεπε να μας δει κανείς. Εμείς όμως πηγαίναμε τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, την 25η Μαρτίου αλλά και την 28η Οκτωβρίου.

Ερχονταν οι Αλβανοί και έψαχναν, αλλά εμείς δεν τους είπαμε τίποτε».

Με την πτώση του καθεστώτος του Χότζα, η οικογένεια Πρίγκου τοποθέτησε δύο σταυρούς στους τάφους. Άναψε κεριά. Στάθηκε με ευλάβεια. Παράλληλα, άρχισε να αναζητά τους συγγενείς των νεκρών αλλά και κάποιον υπεύθυνο από την ελληνική πλευρά, για να στηθεί ένα μνημείο και να μεταφερθούν τα οστά στην Ελλάδα.

«Μόνοι τους πολέμησαν. Μόνοι τους και τώρα;».

Το μνημείο στήθηκε, τελικά, από τους νέους της Ομόνοιας. Τα οστά όμως εκεί, στο χωράφι. Η κ. Ερμιόνη, παρά τις απειλές των Αλβανών, παραχώρησε μια γωνιά από το χωράφι της για το μνημείο -«ήταν απαίτηση του πατέρα μου»-, στο οποίο χαράχτηκαν τα ονόματα των νεκρών:

Παναγιώτης Αλογογιάννης, Καμάρι 1917.

Ανδρέας Προβατάς, Κέρκυρα.

Ματθαίος Λαγός, Δημήτρης Σέλας, Κοντόσταυλο Κορινθίας.

Νικόλαος Κτημαδάκης, Ηράκλειο Κρήτης.

Κέρκης (Μοραΐτης).

Σταμάτησαν τα τανκς με κουβέρτες

««Αέρα, φούσκωστ' στο μπουτ'», φώναζαν οι στρατιώτες με εφ' όπλου λόγχη.

Σαν να τους ακούω τώρα.

Σαν να τους βλέπω να ανεβαίνουν το ύψωμα του Αϊ-Θανάση μέσα στο χιόνι.

Εμείς τους βλέπαμε από τα σπίτια. Μας φαίνονταν τότε εμάς ήρωες, ελευθερωτές, θεόρατοι γίγαντες...».

Ο κ. Δημοσθένης Κουρεμένος, 81 χρόνων, συνταξιούχος δάσκαλος, ήταν από τα παιδιά που έσπευσαν κρατώντας μια ελληνική σημαία να υποδεχτούν τον ελληνικό στρατό.

«Μου φαίνονταν ψηλοί. Μέσα στις χλαίνες τους, αξύριστοι όπως ήταν, είχαν κάτι που μας συνέπαιρνε εμάς τα παιδιά. Μετά ήρθαν οι αξιωματικοί και εγκαταστάθηκαν στο σπίτι μας. Και δίπλα ακριβώς είχαν το πεδινό χειρουργείο.

Έφερναν τους τραυματίες και τους αρρώστους με τα ασθενοφόρα. Πρέπει να ήταν λεωφορεία που τα είχε επιτάξει ο στρατός. Οι γιατροί μαγείρευαν και έτρωγαν εδώ. Μας έδιναν και μας και κάναμε μια χαρά... Μετά όμως ήρθαν τα δύσκολα.

Έβγαινα πίσω από το σπίτι και τι έβλεπα;

Χέρια και πόδια κομμένα που τα έθαβαν σε μια γωνιά.

Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Μα, κάτω δεν το έβαζαν ούτε οι τραυματίες ούτε οι στρατιώτες που είχαν σκορπιστεί σε όλα τα σπίτια. Έκαναν επιθέσεις συνέχεια. Ο λόφος του Αϊ-Θανάση ήταν πολύ σημαντικό σημείο για την πορεία της αντεπίθεσης και οι αξιωματικοί έδιναν συνέχεια διαταγές. Οι στρατιώτες πολεμούσαν και οι γυναίκες του χωριού τούς πήγαιναν πολεμοφόδια φορτωμένα στην πλάτη τους και φαγητό, με πρώτη την Αμαλία Μπίστη. Ε, με τα πολλά το ύψωμα έπεσε. Οι Ιταλοί έφυγαν και εμείς πανηγυρίζαμε πίσω».

Παράλληλα με τον ελληνικό στρατό, και οι Ιταλοί επιχείρησαν να καταλάβουν τους Βουλιαράτες. Μια φορά επιχείρησαν να μπουν στο χωριό με τανκς. Έτρεξαν τότε μερικοί στρατιώτες, κρύφτηκαν πίσω από τα βάτα και μόλις πέρασαν τα τανκς, πέταξαν στο δρόμο κουβέρτες. Μπλέχτηκαν οι κουβέρτες με τις ερπύστριες και τα τανκς ακινητοποιήθηκαν. Αυτή δεν ήταν παρά μία από τις πολλές μικρές μάχες που έδιναν οι στρατιώτες.

Δεν πρέπει να τους ξεχάσουμε

Στους Βουλιαράτες σήμερα υπάρχει το μοναδικό ελληνικό στρατιωτικό νεκροταφείο. Εκεί είχαν ταφεί όσοι στρατιώτες πέθαναν στο πεδινό νοσοκομείο, αλλά και όσοι σκοτώθηκαν στις μάχες για την κατάληψη του Αϊ-Θανάση.

Ο 70χρονος Γιώργος Πάκος, συνταξιούχος ράφτης πια, φροντίζει να ανάβει ένα καντήλι, να καθαρίζει τους τάφους.

«Δεν πρέπει να τους ξεχάσουμε. Εγώ γι' αυτό προσπαθώ. Αυτό το νεκροταφείο το έσωσε ο θείος μου, Δημήτρης Πάκος. Αυτός ήξερε και τα ονόματα. Και όταν επί Χότζα δόθηκε εντολή να καταστραφούν οι σταυροί, αυτός τους πήρε και τους έθαψε για να μείνουν τα ονόματα. Και τα είχε γράψει αυτά. Έτσι σώθηκαν».

Το θέμα των ελληνικών στρατιωτικών νεκροταφείων απασχόλησε αμέσως μετά την πτώση του καθεστώτος την Ελλάδα. Έγιναν προσπάθειες συλλογής των οστών των Ελλήνων στρατιωτών στην Κλεισούρα, την Πρεμετή, το Τεπελένι. Οι δύο πλευρές έχουν έρθει σε συμφωνία, η οποία όμως δεν έχει αρχίσει ακόμη να εφαρμόζεται. Η ελληνική πλευρά εκτιμά πως περίπου 7.000-9.000 είναι οι νεκροί στρατιώτες που δεν έχουν εντοπιστεί...

«Ανατρίχιαζες όταν ηχούσε η σάλπιγγα για τους βομβαρδισμούς»

«Ο Οκτώβρης είχε 28. Στο δρόμο περνούσαν οι Ιταλοί. Αυτοκίνητα, τανκς, κανόνια.

Ο πατέρας μου ήταν παπάς. Βγήκε στην αυλή.

«Ε, τους κερατάδες (για τους Ελληνες το έλεγε), να μην τους ρίξουν μια τουφεκιά! Να τους σταματήσουν λίγο», είπε και μπήκε στο σπίτι. Σε λίγες μέρες που άρχισε η αντεπίθεση, τι χαρά που έκανε!

Τραγουδούσε κι αυτός το «κορόιδο Μουσολίνι», τον... εθνικό ύμνο.

Ολοι στο χωριό ζούσαμε μεγάλες στιγμές».

Ο 81χρονος Γιάννης Γκίκας στους Ζερβάτες, ένα χωριό που βρέθηκε στο κέντρο των επιχειρήσεων, ήταν από τους νέους που έζησαν τον πόλεμο, τις νίκες του στρατού, τις αγωνίες του.

«Θυμάμαι μια μέρα περνούσαν οι δικοί μας και είχαν στη μέση Ιταλούς αιχμαλώτους. Είναι σαν να τους βλέπω τώρα μπροστά μου. Με σκυμμένα κεφάλια, χαμένοι στις χλαίνες τους. Οσο έμεναν οι στρατιώτες εδώ, εμείς τα παιδιά περνούσαμε ζάχαρη. Στην άκρη του χωριού είχε στρατοπεδεύσει το τμήμα οδοποιίας. Εμείς τα παιδιά πηγαίναμε κάθε μεσημέρι και μας έδιναν φαγητό. Παίρναμε και για το σπίτι. Φασολάδα, ρέγκες, μπακαλιάρο, χαλβά, η καλύτερή μας. Μας έριχναν τα αεροπλάνα συνεχώς και τις περισσότερες ώρες ήμασταν κλεισμένοι στα σπίτια μας...».

Στις 6 Δεκεμβρίου ο ελληνικός στρατός έφτασε στη Δερβιτσάνη, το χωριό όπου τελικά εγκαταστάθηκε και το στρατηγείο.

«Μπροστά οι τσολιάδες και πίσω οι άλλοι. Εμείς είχαμε παραταχθεί δεξιά και αριστερά του δρόμου και χειροκροτούσαμε. «Θα νικήσουμε», φώναζαν οι στρατιώτες. «Θα τους πετάξουμε στη θάλασσα».

Ηρθαν και οι στρατηγοί. Ο Κοσμάς με τον Δεμέστιχα. Το Γενάρη ήρθε και ο διάδοχος ο Παύλος. Σε ένα σπίτι είχε εγκατασταθεί ο Γεώργιος Ράλλης, αξιωματικός τότε», θυμάται ο 82χρονος Μιχάλης Μάλλιος.

Πολλές οι αερομαχίες πάνω από τη Δερβιτσάνη. «Κάθε φορά που τα ιταλικά αεροπλάνα έρχονταν να βομβαρδίσουν, ηχούσε η σάλπιγγα και εμείς κλεινόμασταν στα σπίτια. Ανατρίχιαζες...».

Ο Μάνθος Μπόμπορης, 87 χρόνων, εργαζόταν σε φούρνο στο Αργυρόκαστρο. «Βγάζαμε κουραμάνες για το στρατό. Μια μέρα μια βόμβα έπεσε δίπλα στο φούρνο. Θυμάμαι, έρχονταν τότε οι στρατιώτες και μας ρωτούσαν «πού είναι, ρε παιδιά, οι Ιταλοί;». Και εμείς χαιρόμασταν...».

Η σάλπιγγα ήχησε και όταν άρχισε η υποχώρηση. «Τότε μας είπαν οι αξιωματικοί να μη βγαίνουμε από τα σπίτια, γιατί αυτοί θα ρίχνουν με όποια όπλα είχαν. Ηταν δύσκολες οι ώρες της υποχώρησης. Ευτυχώς οι Ιταλοί δεν μας πείραξαν», λέει ο 83χρονος Χρήστος Δέδες.

ΠΑΝΟΣ ΜΠΑΪΛΗΣ

Πηγή: εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον HeLLeNiCReVeNgE, 30-10-2007.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Ἥρωες στά... ἀζήτητα

Στον γυναικωνίτη της εκκλησίας της Αναστάσεως, στην Κλεισούρα της Βορείου Ηπείρου, στοιβάζονται εδώ και τέσσερα χρόνια, οι οστεοθήκες Ελλήνων στρατιωτών, που σκοτώθηκαν στη διάρκεια της ελληνοϊταλικής σύγκρουσης στην περιοχή, πριν από 68 χρόνια.

Πρόκειται για 279 άγνωστους στρατιώτες και έναν πεσόντα που έγινε γνωστή η ταυτότητά του, από τη βέρα που φορούσε και βρέθηκε με τα οστά του, μέσα στον πρόχειρο τάφο του στα στενά της Κλεισούρας.

Πάγιο αίτημα της ελληνικής πλευράς, μετά τη πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία (1990) και το άνοιγμα των συνόρων, είναι η συγκέντρωση των οστών των Ελλήνων στρατιωτών και ο ενταφιασμός τους σε τέσσερα οργανωμένα στρατιωτικά νεκροταφεία.

Μέχρι σήμερα η επίσημη Αλβανία, αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό το ελληνικό αίτημα, φοβούμενη πως η δημιουργία ελληνικών μνημείων και στρατιωτικών νεκροταφείων στην περιοχή της Βορείου Ηπείρου, υποδηλώσει έμμεσα ελληνικές διεκδικήσεις στο χώρο της Βορείου Ηπείρου.

«Οι φόβοι της Αλβανίας, που πλέον είναι σύμμαχος χώρα στο ΝΑΤΟ δεν είναι βάσιμοι. Το θέμα είναι πρωτίστως ανθρωπιστικό και όχι πολιτικό. Πρέπει να δοθεί λύση. Είναι ντροπή στο 2008 να υπάρχουν ομαδικοί τάφοι του 1940 και οστά ηρώων στα αζήτητα» δήλωσε στη zougla.gr ο αντιπρόεδρος της Βουλής Γιώργος Σούρλας, που έχει δραστηριοποιηθεί έντονα, για την επίλυση του συγκεκριμένου χρόνιου προβλήματος.

Στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου σκοτώθηκαν 11.911 Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες. Η συντριπτική πλειοψηφία σκοτώθηκε, εντός της αλβανικής επικράτειας. Λίγοι πεσόντες είναι ενταφιασμένοι σε κάποιο νεκροταφείο, ενώ διάσπαρτα και εγκαταλειμμένα οστά Ελλήνων στρατιωτών, υπάρχουν σε πλαγιές, βουνά και δάση.

Σύμφωνα πάντως με δημοσίευμα της αλβανικής εφημερίδας «Γκαζέτα Σκιπτάρε», ο πρωθυπουργός Σαλί Μπερίσα, έδωσε το «πράσινο» φως, για την κατασκευή νεκροταφείου στο Τσιφλίγκ της Κορυτσάς, ενώ θα ακολουθήσει και ένα ακόμη στην περιοχή Κολόνια.

Σήμερα μόνο στο χωριό Βουλιαράτες, λειτουργεί οργανωμένο ελληνικό στρατιωτικό νεκροταφείο. Εκεί που το 1940-41 λειτουργούσε πεδινό νοσοκομείο του ελληνικού στρατού και θάβονταν όσοι υπέκυπταν στα τραύματά τους.

H εκπομπή «ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ» βρέθηκε στους Βουλιαράτες και συνάντησε τον Γιώργο Πάκο. Τον άνθρωπο που τα χρόνια του καθεστώτος, φύλαξε τις λίστες με τα ονόματα των νεκρών Ελλήνων στο νεκροταφείο του χωριού.

Ένα δεύτερο νεκροταφείο στα στενά της Κλεισούρας, είναι έτοιμο εδώ και τέσσερα σχεδόν χρόνια, με πρωτοβουλία του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστάσιου. Παρόλα αυτά, η αλβανική κυβέρνηση δεν έχει δώσει την απαιτούμενη άδεια, για τον ενταφιασμό των οστών των 280 στρατιωτών, που ακόμη … στοιβάζονται στον γυναικωνίτη της παρακείμενης εκκλησίας της Αναστάσεως. «Το θέμα δεν είναι πολιτικό. Είναι ανθρωπιστικό και δείγμα σεβασμού στους προγόνους μας που σκοτώθηκαν για τη λευτεριά της πατρίδας και του έθνους» τόνισε στη zougla.gr ο Βασίλης Μπολάνος, πρόεδρος της «Ομόνοιας» του πολιτικού φορέα του βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού.

Διάσπαρτοι τάφοι Ελλήνων στρατιωτών, υπάρχουν σε πολλά σημεία της Βορείου Ηπείρου. Στην Κλεισούρα, στους Βουλιαράτες, στην Κορυτσά, στο Πόγραδετς, στο Αργυρόκαστρο, μέχρι τη Χιμάρα.

Συγκινητική είναι η ιστορία της οικογένειας Μπρίγκου, από τη Χειμάρρα. Στη διάρκεια του πολέμου σκοτώθηκαν στο κτήμα τους έξι Έλληνες στρατιώτες, τους οποίους έθαψαν στη συνέχεια ανάμεσα στα ελαιόδεντρα. Αργότερα επί κομμουνιστικού καθεστώτος, αρνήθηκαν να υποδείξουν στις αρχές που ήταν θαμμένοι οι στρατιώτες, επιλέγοντας τις πολυετείς φυλακίσεις και εξορίες. «Τα παλικάρια πεθάνανε για την Ελλάδα. Εμείς κάναμε το ελάχιστο για αυτούς» λέει βουρκωμένη η ηλικιωμένη Ερμιόνη Μπρίγκου, που ζητάει να τιμηθούν οι έξι νεκροί με την κατασκευή τάφων στο σημείο που είναι θαμμένοι.

Ο «ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ» έφτασε στο θρυλικό ύψωμα 731, όπου τον Μάρτιο του 1941 δόθηκαν σφοδρές μάχες μεταξύ Ιταλών και Ελλήνων. Στόχος της επιχείρησης «PRIMAVERA» του Μουσολίνι, ήταν η κατάκτηση του υψώματος και η διάσπαση του ελληνικού μετώπου. Η πολυήμερη μάχη, έληξε με συντριπτική ήττα των Ιταλών και με εκατοντάδες νεκρούς και από τις δύο πλευρές.

Σήμερα την ελληνική νίκη στο ύψωμα 731, θυμίζει ένα υποτυπώδες … ηρώο, που στήθηκε με ιδιωτική πρωτοβουλία. «Εδώ πρέπει να στηθεί ένα μνημείο αντάξιο των Θερμοπυλών» δήλωσε στη zougla.gr ο π. Νικόδημος Καρακασίνας, Έλληνας ιερέας στο Αργυρόκαστρο.

Στο απόσπασμα της εκπομπής που ακολουθεί μπορείτε να δείτε ένα από τα μοναδικά ντοκουμέντα για τις καθημερινές ιστορίες της κατοχής. Τη Φιλιώ Χαϊδεμένου την γνωρίσαμε όλοι από την περιπέτειά της κατά τη Μικρασιατική καταστροφή. Μια άγνωστη πτυχή της ζωής της για την περίοδο της κατοχής ξετυλίγεται μέσα από την εκπομπή σχεδόν δύο χρόνια μετά το θάνατό της.

Στο τελευταίο μέρος της εκπομπής παρακολουθήστε τις συγκλονιστικές μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν και πολέμησαν κατά τον πόλεμο.

Οι νεκροί περιμένουν...



Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὴν Ζούγκλα, 28-10-2008.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Alors, c’est la guerre



1940-2007, εξήντα επτά χρόνια μετά…


Μέρες που έρχονται, δε μπορεί κανείς να μη σκεφτεί τούτη την ταλαίπωρη χώρα, που ταλανίζεται από τις παλινδρομήσεις – χρόνια τώρα - όλων όσων θέλουν και προσπαθούν ασταμάτητα, να αποδημήσουν, ότι έχει πετύχει αυτός ο τόπος…

Να ισοπεδώσουν ότι υψηλό και ότι μεγάλο έχει γίνει από τον κάματο της ελληνικής φυλής, να στρογγυλοποιήσουν συνειδήσεις, να παραχαράξουν ιστορία και γεγονότα, να χαλκεύσουν πρόσωπα και ιστορικές περιόδους, κατορθώματα και ηρωισμούς.

Γράφει ο Άγγελος Τερζάκης, στον πρόλογό του βιβλίου του ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ 1940-1941

«Δεν ξέρω αν μπόρεσα να το δώσω (ένα βιβλίο προσιτό στον μέσο αναγνώστη..). Πρέπει να πω ότι θέλησα να προλάβω προτού αποχωρήσει από τη ζωή η γενιά των μαχητών και χαθεί έτσι ανεπανόρθωτα η άχνα των ανθρώπων που έκαμαν την Ιστορία. Γιατί την Ιστορία τη συνθέτουν πάντοτε δύο στοιχεία, που ο χρόνος τα αποχωρίζει, μια σειρά γεγονότα κι’ ένα άρωμα εποχής. Το πρώτο, τα γεγονότα, μπορείς να τα αποκαταστήσεις ακόμα κι’ ύστερα από αιώνες. Το δεύτερο όχι, χάνεται πετάει μαζί με τη στιγμή...»

Εδώ που έχουμε φθάσει σήμερα όμως, ακόμα και τα γεγονότα, προσπαθούν ορισμένοι αργυρώνητοι παγκοσμιοποιημένοι πατερούληδες, βολεμένοι στα έδρανα των κοινοβουλίων, (εσωτερικού-εξωτερικού), ίσως οι πλουσιότεροι βουλευτές (ή μάλλον βολευτές;), να τα ξεθωριάσουν, να τα διαστρεβλώσουν, με εμπάθεια και ανιστόρητες κραυγές πληρωμένοι από ιδρύματα ‘’υπεράνω υποψίας’’...

Alors, c’est la guerre. Ώστε λοιπόν, πόλεμος.

Απαντούσε ο Δικτάτορας Ι. Μεταξάς, στον Ιταλό πρεσβευτή Γκράτσι, στις τρεις, τρεις παρά κάτι, ξημερώνοντας 28 Οκτωβρίου 1940...

Vous étes les plus forts. Έχετε τη δύναμη με το μέρος σας,

έλεγε ο Δικτάτορας στον Γκράτσι όταν ο τελευταίος έφευγε από τη διώροφη βίλα του Ι. Μεταξά, γωνία Κεφαλληνίας και Δαγκλή στην Κηφισιά.

Αργότερα, στα απομνημονεύματά του, ο Γκράτσι, ντροπιασμένος αλλά καθυστερημένα, θα γράψει για τη στιγμή αυτή:

«...ο ηλικιωμένος αυτός άνθρωπος που στεκόταν εκεί μπροστά και το Έθνος του, είχανε προτιμήσει στην υπέρτατη εκείνη στιγμή, την οδό της θυσίας παρά την ατίμωση...»

Alors, c’est la guerre. Ώστε λοιπόν, πόλεμος...

Η ευθύνη και η μετέπειτα δόξα για το ΟΧΙ ανήκουν στον ίδιο τον Ι. Μεταξά, είτε μας αρέσει είτε όχι. Και το λέω γιατί ναι δέχομαι την απαρέσκεια πολλών (και εγώ μαζί) για την δικτατορία.

Ο ελληνικός λαός, αναμφισβήτητα ήταν έτοιμος να δεχθεί αυτή του την απόφαση και μπορώ να πω ότι η στιγμή του ΟΧΙ να ήταν από τις λίγες στιγμές που βρέθηκε Μεταξάς και Λαός σε σύμπνοια.

Η Ιστορία (ειρωνεία ή δικαίωση δεν ξέρω), έφερε έτσι τα πράγματα, ώστε να αποκτήσει ο Ι. Μεταξάς, στο τέλος της ζωής του την μεγαλύτερη και πιο αξιοζήλευτη υστεροφημία.

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, στο βιβλίο του ‘’Τα χρόνια του μεγάλου πολέμου’’, ενώ είχε κάθε λόγο να μην είναι ευχαριστημένος από τον Ι. Μεταξά, γράφει γι’ αυτόν:

«Πρέπει να είμεθα χωρίς άλλο, ευγώνομες εις τον Ιωάννην Μεταξά, διότι είπε ολομόναχος στο σκοτάδι της νύκτας, το μέγα ΟΧΙ. Λέγουν όσοι αντικρίζουν με εμπάθειαν και αυτά τα ανάγλυφα γεγονότα της ιστορίας ότι το ΟΧΙ δεν το είπεν ο Μεταξάς, ότι το είπεν ο ελληνικός λαός. Ναι το είπεν ο ελληνικος λαός, αλλά αφού το είχε ειπεί ο Μεταξάς...»

Ο Σ. Μ. Γουντχάουζ, σχολιάζοντας την μεταθανάτια φήμη του Ι. Μεταξά, γράφει:

«Κανένας δικτάτορας δεν ήταν ποτέ τόσο τυχερός κατά την ώρα του θανάτου του, όσο αυτός».

Αλήθεια αν μετά το πόλεμο και την κατοχή δεν ακολουθούσε ο Εμφύλιος πόλεμος, αν όλα εξελισσόταν κάπως περισσότερο ομαλά από όπως εξελίχθησαν, σήμερα, το να μιλά κανείς για την ιστορία της Ελλάδος και τα πρόσωπα που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στις διάφορες φάσεις της, θα ήταν ένα οφειλόμενο μνημόσυνο για αυτά και όχι αφορμή για αφορισμούς και ετικέτες...

Αλλά δυστυχώς οι ετικέτες και οι μετριότητες είναι αυτά που κυβερνούν αυτόν τον τόπο...

Είναι η αγωνία του κομμουνιστή του Εμφυλίου που θέλει με κάθε θυσία να δικαιώσει το προδομένο από το ίδιο του το κόμμα, αντάρτικό του...

Είναι η απορία της παρωχημένης αριστεράς, όπως αυτή εκφράζεται σήμερα από την Αλέκα - τι και πως να το πει - όταν ‘’αντιπροσωπεύει’’ στην Ελλάδα, ένα ‘’εργοστάσιο’’ που έχει κλείσει εδώ και χρόνια...

Είναι η συνασπισμένη αριστερά του Αλέκου που δεν θα διστάσει να συμμαχήσει ακόμη και με το ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ, προκειμένου να αυξήσει τα μηδαμινά του ποσοστά…

Είναι ο άκρατος λαϊκισμός του Ανδρέα Παπανδρέου, να χωνεύσει, μέσα στα σαγόνια του ΠΑΣΟΚ, την ΟΛΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, αλλά και η αδυναμία των κλώνων του να βρουν κάποιον δρόμο να συνεχίσουν αυτόν τον λαϊκισμό...

Είναι η ατολμία και η ραθυμία του Κώστα του ‘’μεσαίου χώρου’’ και των ‘’κεντρο-δεξιών’’ του παλινδρομήσεων, για να μη χάσει ούτε μισό σταυρουδάκι από τον άλλον, τον ‘’χέρι-χέρι με τον...’’...

Είναι οι στρογγυλεμένοι και παγκοσμιοποιημένοι σημερινοί ''ταγοί'' μας που κρύβονται γιατί δεν έχουν το ανάστημα των προγόνων τους...


Όλοι τους μαλώνουν για τον επιούσιο και για τη πάρτη τους, στο όνομα του ‘’λαού’’…

Όλοι τους φοβούνται μια δράκα προοδευτικάριων που έχουν βάλει ένα σκοπό, να ''απαλλοτριώσουν'' τις νέες γενιές από ''φασιστικά'' και ''μεταξικά'' κατάλοιπα, για να μπορούν μετά να πλασάρουν τις θεωρίες περί ανεξιθρησκειας, νέου-ουμανισμού, αντιρατσισμού και make love not war...

Δεν συζητά καμμία πουτάνα, με επίσημα χείλη και επίσημες θέσεις ότι ναι ρε μορμολύκια, οι παρελάσεις γίνονταν, γίνονται και θα γίνονται, γιατί φοβούνται το σταυρουλάκι που θα χάσουν, και το κράξιμο της μειοψηφίας περί δήθεν ''νοσταλγών'' και ''εθνικιστών''...

Όλοι τους περιμένουν πως και πώς να τελειώσουν βιολογικά, όσοι ακόμα θυμούνται και μπορούν να μιλούν...

Όλοι τους ΣΚΥΛΕΥΟΥΝ και ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΥΝ τους ΝΕΚΡΟΥΣ ΜΑΣ...

Τους 7976 Έλληνες μαχητές που έπεσαν στα βουνά της Βορείου Ηπείρου και της νότιας Αλβανίας, και που για 57 από αυτούς μόνο, έχουμε επώνυμους τάφους στο χωριό Βουλιαράτες του Αργυροκάστρου.

Τους 2725 Έλληνες μαχητές (από τους 7976), των οποίων έχουν εντοπισθεί ομαδικοί τάφοι ή βρίσκονται σε οστεοφυλάκια.

Τους 5.725 Έλληνες μαχητές για τους οποίους, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο. Τα οστά τους είναι διασκορπισμένα στα πεδία των μαχών.

Στη Πρεμετή υπάρχουν ομαδικοί τάφοι 1.400 Ελλήνων.

Στην Κλεισούρα, μέσα στην εκκλησία φυλάσσονται 283 κιβώτια με οστά και άλλα προσωπικά αντικείμενα, παραμάνες, επωμίδες, κουμπιά από στολές.

Στον γυναικωνίτη της εκκλησίας στο Δέλβινο υπάρχουν 28 οστεοφυλάκια...

Άγνωστα και άκλαυτα παραμένουν όλα εκείνα τα, ανώνυμα παιδιά και νέοι που έτρεξαν από παντού, για μια ακόμη φορά, να υπερασπιστούν, το ΔΙΚΑΙΟ, ανεξαρτήτως φρονημάτων και πολιτικών πεποιθήσεων, προέλευσης και καταγωγής.

Ας βγάλουμε τα δικά μας, για σήμερα, συμπεράσματα, μέσα από την κατάσταση αυτή που επικρατεί, στον πολιτικό κόσμο, την κοινωνία, την νεολαία και ας τους θυμόμαστε, έστω, μια φορά τον χρόνο.

Δικαιώνεται (για μια ακόμη φορά), ο Ελύτης, όταν γράφει:


«Την οργή των νεκρών να φοβάστε
Και των βράχων τα αγάλματα»




ΑΙΩΝΙΑ ΤΟΥΣ Η ΜΝΗΜΗ



Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον ΠΗΓΑΣΟΣ, 23-10-2007.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας