Πηγή: MrGYLIPPOS
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας
Υποβασταζόμενος από νεαρό αξιωματικό, οδεύει προς το μνημείο των πεσόντων, για να καταθέσει στεφάνι, στη μνήμη των συμπολεμιστών του.


Μαζί με δύο εκ των επιζώντων οπλιτών του, σε αναμνηστική φωτογραφία στο Ρούπελ, όπου μέχρι και πέρυσι έδινε το αδιάλειπτο παρών.
οι αξιωματικοί ως απλοί στρατιώτες. Διοικητής του λόχου αυτού ορίστηκε ο Συνταγματάρχης Χριστόδουλος Τσιγάντες, απότακτος Βενιζελικός αξιωματικός του κινήματος του 1935. Ο Τσιγάντες έδωσε το τελικό όνομα της μονάδας που συμβόλιζε την διαχρονική συνέχεια της στρατιωτικής αλκής των Ελλήνων και θα δοξαζόταν στους επερχόμενους εθνικούς αγώνες: ΙΕΡΟΣ ΛΟΧΟΣ.
Το Γ. Σ. Μ. Α. αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την μονάδα στις καταδρομικές επιχειρήσεις του Αιγαίου, μεταφέροντας την στην απελευθερωμένη Σάμο τον Νοέμβριο του 1943. Μετά την ανακατάλυψη της από τους Γερμανούς, ο Ιερός λόχος μεταφέρθηκε στα Μικρασιατικά παράλια, από όπου ξεκίνησε μια σειρά από επιθετικές παραγνωρίσεις, καταδρομικές επιθέσεις, σαμποτάζ και επιθέσεις κατάληψης και απελευθέρωσης σε πολλά γερμανοκρατούμενα νησιά του Αιγαίου σε όλο το 1944. Έτσι τον Φεβρουάριο, 114 Ιερολοχίτες μετά από καταδρομή απελευθέρωσαν την Νίσυρο, στις 29 Μαρτίου με τολμηρή καταδρομή οι Ιερολοχίτες απελευθέρωσαν τα Ψαρά, ενώ μέσα στον Απρίλιο επιτέθηκαν στην Ίο, στην Πάρο και στην Αμοργό. Αλλά η σημαντικότερη επίθεση του Ιερού Λόχου έγινε τον Ιούλιο στην Σύμη, όπου η φρουρά του ήταν πάνω από 200 άνδρες. Με ένα άρτιο σχέδιο στην μεγαλύτερη επιτυχία του στον ανορθόδοξο αυτό πόλεμο, ο Ιερός λόχος εξουδετέρωσε όλη την φρουρά πετυχαίνοντας όλους τους αντικειμενικούς της σκοπούς.
ο Ιερός λόχος απελευθέρωσε την Μύκονο με τολμηρή επίθεση στην μικρή φρουρά που είχε απομείνει, ενώ αποδέχτηκε και την παράδοση της Γερμανικής φρουράς της Λέσβου, αποκαθιστώντας την Ελληνική κυριαρχία στο νησί. Αργότερα, τον Οκτώβριο του 1944, ο Ιερός λόχος έλαβε μέρος στις επιτυχημένες συμμαχικές καταδρομές κατά της Γερμανικών φρουρών της Νάξου και της Λήμνου που οδήγησαν στην απελευθέρωση των νησιών.
που ήταν 200 άνδρες.
α να απασχολήσει δυνάμεις για την απελευθέρωση κάποιων απομακρυσμένων και στρατηγικά μη κρίσιμων στόχων. Ο Ιερός Λόχος με τις πολύ μικρές αλλά επίλεκτες δυνάμεις του, παρενόχλησε αποτελεσματικά τις ολιγομελείς φρουρές των πιο απομακρυσμένων νησιών, με νυχτερινές τολμηρές καταδρομές. Όταν οι Γερμανοί άρχισαν να αποχωρούν, τα νησιά απελευθερώνονταν διαδοχικά το ένα πίσω από το άλλο, από τους Ιερολοχίτες. Οι επιχειρήσεις του Ιερού Λόχου διεξάγονταν, όπως φάνηκε, και στην καρδιά του χειμώνα υπό ιδιαίτερα αντίξοες καιρικές συνθήκες. Σημαντικός παράγοντας της τελικής επιτυχίας της επίλεκτης αυτής μονάδας, ήταν ο αρχηγός της Χριστόδουλος Τσιγάντες που στάθηκε δίπλα στους στρατιώτες του, τους παραδειγμάτισε με το θάρρος του, ενώ κράτησε τον σχηματισμό μακριά από την πολιτική επιρροή του ΕΑΜ-ΚΚΕ, που ήταν κυρίως υπεύθυνη για την διάλυση μιας ολόκληρης ταξιαρχίας στην Μ. Ανατολή.
Γενικό Επιτελείο Στρατού, Ο Ελληνικός στρατός στην Μ. Ανατολή (Ελ Αλαμέιν, Ρίμινι, Αιγαίο, 1941-1945)Στο σπίτι του Αλέξανδρου Κορυζή το τηλέφωνο κουδούνισε χαράματα, στις πέντε και τέταρτο. Πήρε το ακουστικό η κυρία Κορυζή άκουσε να της μιλάνε γαλλικά. Της είπαν ότι ο πρεσβευτής της Γερμανίας θέλει να ιδεί επειγόντως τον πρωθυπουργό. Η συνάντηση ορίστηκε για μισή ώρα αργότερα. Δεν είταν δύσκολο να μαντέψει κανένας το λόγο ενός διπλωματικού διαβήματος σε τόσο ασυνήθιστη ώρα. Ο Κορυζής ειδοποίησε αμέσως το βασιλέα, τους υπουργούς. Ο Έρμπαχ, που ήρθε την ορισμένη ώρα, χαιρέτησε τυπικά τον πρωθυπουργό και του δήλωσε πως την ίδια αυτή στιγμή, στο Βερολίνο, γινόταν επίδοση από τη Γερμανική Κυβέρνηση στον εκεί Έλληνα πρεσβευτή ενός έγγραφου. Είταν μια διακοίνωση, που αντίγραφο της θα διάβαζε τώρα κι’ αυτός στον πρωθυπουργό.
Αλέξανδρος Γ. Κορυζής ή Κοριζής (Πόρος, 1885 – Αθήνα, 18 Απριλίου 1941)
Είταν μακρυά η διακοίνωση. Αράδιαζε όλες τις αιτιάσεις που η γερμανική διπλωματία είχε κατορθώσει να συναρμολογήσει για δικαιολογία της ανανδρίας να χτυπηθεί στο πλευρό του ένας μικρός, μαχόμενος λαός. Είταν οι αιώνιες κατηγορίες: Πως είχε γίνει δεκτή από την Ελλάδα η αγγλική εγγύηση, πως είχαν αναληφθεί από την ελληνική κυβέρνηση μεγάλες υποχρεώσεις απέναντι της Αγγλίας κι’ ότι, παρ’ όλα αυτά και παρά τις άλλες, συγκεκριμένες ελληνικές ενέργειες που παρεβίαζαν την ουδετερότητα, η κυβέρνηση του Ράιχ είχε επιδείξει «υπέρμετρη υπομονή και μακροθυμία». Πως η Ιταλία «εξαναγκάστηκε» να δράσει στρατιωτικώς στην Ελλάδα, γιατί είχαν παραχωρηθεί ελληνικές βάσεις στο αγγλικό ναυτικό. Πως η Αγγλία καταγίνεται να δημιουργήσει στην Ελλάδα νέο κατά της Γερμανίας μέτωπο, όπως στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πως 200.000 αγγλικός στρατός είναι έτοιμος ν’ αναλάβει δράση στην Ελλάδα.
Και κατέληγε η διακοίνωση: «Δια τον λόγον τούτον η κυβέρνησις του Ράιχ έδωσεν ήδη διαταγάς εις τα στρατεύματα της όπως εκδιώξουν τας βρεταννικάς δυνάμεις εκ του ελληνικού εδάφους. Πάσα αντίστασις προβαλλόμενη εις τον γερμανικόν στρατόν θα συντριβή αμειλίκτως.
»Η κυβέρνησις του Ράιχ καθιστώσα τούτο γνωστόν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν, τονίζει ότι τα γερμανικά στρατεύματα δεν έρχονται ως εχθροί του ελληνικού λαού και ότι είναι μακράν του γερμανικού λαού η πρόθεσις όπως πολεμήση και καταστρέψη καθ’ εαυτόν τον ελληνικόν λαόν. Το κτύπημα όπερ η Γερμανία είναι ηναγχασμένη να καταφέρη επί του ελληνικού εδάφους, προορίζεται δια την Αγγλίαν. Η κυβέρνησις του Ράιχ είναι πεπεισμένη ότι εκδιώκουσα ταχέως τους παρείσακτους Άγγλους εξ Ελλάδος, προσφέρει αποφασιστικήν υπηρεσίαν πρωτίστως εις τον ελληνικόν λαόν και την ευρωπαϊκήν κοινότητα».
Και έτσι είναι που, ξαφνικά, ένα πρωί του Απρίλη 1941, το μικρό ελληνικό έθνος βρέθηκε να πολεμάει με τις δυο μαζί μεγαλύτερες στην ξηρά Δυνάμεις του κόσμου. Η στιγμή είταν πολύ μεγάλη, όλοι το ένιωσαν.
Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Αθήνας είχε διακόψει την ταχτική μετάδοση της κυριακάτικης Λειτουργίας για ν’ αναγγείλει σημαντικά γεγονότα. Μεσολάβησε μια λιγόστιγμη σιωπή, εκατομμύρια κρατημένες ανάσες. Η είδηση είτανε πως στις πεντέμιση το πρωί, ο πρεσβευτής της Γερμανίας , κλπ. Ο πρωθυπουργός είχε απαντήσει πως η Ελλάς θ’ αντισταθεί.
Το αντίθετο, θα είταν αυταδιάψευση. Δεν είχαμε απαντήσει «όχι» στους Ιταλούς επειδή πιστεύαμε πως θα τους νικούσαμε. Είχαμε απαντήσει έτσι γιατί αυτή είταν η επιταγή της ελληνικής ψυχής και της ελληνικής Ιστορίας. Πίστεψε άραγε κανένας, εκείνες τις στιγμές, στο ενδεχόμενο μιας νίκης ; Λογικά, όχι βέβαια. Στιγμές τέτοιες δεν μοιάζουν με τίποτα. Όταν η Ιταλία, τον περασμένο Οκτώβριο, είχε επιτεθεί, όλοι βαρούσαν πως ο αγώνας θα γίνει για την τιμή των όπλων και μόνο. Η ομορφιά εκείνης της ώρας δεν είταν η προσδοκία της νίκης, είταν η απόφαση για τέλος ταιριαστό. Η νίκη είχε έρθει από τον αποχαιρετισμό ακριβώς στη ζωή, από την απόφαση να κοπούν όλες οι γέφυρες που φέρνουν πίσω. Τώρα που η Γερμανία βροντούσε με ατσαλόφραχτη γροθιά την πόρτα της χώρας, κανένας δεν γελιόταν, η ώρα είταν πολύ δραματική για κομπασμούς. Κι’ όμως, ένας άνεμος τρελλής ελπίδας φύσηξε για μια στιγμή: —Πού ξέρεις! Οι νίκες της Αλβανίας είταν ολοζώντανες, το Έθνος είχε αποκτήσει μια καινούργια επίγνωση γι’ αφανέρωτες δυνατότητές του, το θαύμα έμοιαζε χώρος οικείος… Ο επιπόλαιος παρατηρητής θα υποθέσει εδώ πως είταν υπερτίμηση φαντασμένη κι’ άκριτη. Λάθος. Είταν χαμογέλασμα φρεναπάτης. Η τραγική περηφάνεια έχει αντιδράσεις που μπορούν να ξεγελάσουν τον απρόσεκτο. Η λαϊκή συνείδηση, τον Απρίλη του 1941, αντιμετώπισε με περίσκεψη την ώρα που είχε σημάνει. Αναρωτιόνταν όλοι τι θα γίνει τώρα, πως αυτό θα τελειώσει, μήπως μαζί τελειώνει και η Ελληνική Ιστορία. Κανένας δεν ήξερε ό,τι ξέρουμε σήμερα : την έκβαση του πολέμου. Μια Γερμανία νικήτρια, με τη Βουλγαρία στο πλευρό της, είταν αυτόχρημα το τέλος και της ελληνικής ιστορίας και της ελληνικής φυλής.
Τέτοιες στιγμές, έχουν βάρος αιώνων.
Δεν ξεκινούσαν με πολύ ελαφρύ συνείδηση οι Γερμανοί για τη νέα τους βιαιοπραγία. Οι ραδιοφωνικοί τους σταθμοί, σα σε συναγερμό. Έδιναν από το πρωί αδιάκοπα διακοινώσεις πάνω σε διακοινώσεις, προκηρύξεις πάνω σε προκηρύξεις. Ο Γκαίμπελς είχε διαβάσει στο ραδιόφωνο ο ίδιος την προκήρυξη του Χίτλερ προς το γερμανικό λαό και την ημερησία διαταγή του προς τα στρατό. Δοκίμαζαν να δικαιολογήσουν την ανανδρία. Ο Ρίμπεντροπ κάλεσε αργότερα τους ξένους δημοσιογράφους και τους διάβασε τη διακοίνωση που είχε επιδοθεί στην ελληνική κυβέρνηση.
Αλλά στο μεταξύ ο λόγος είχε δοθεί στα όπλα. Στο πλατύ ελληνικό μέτωπο βροντούσε από τα χαράματα τα κανόνι. Η επίθεση εκδηλώθηκε κατά του Μπέλες στις πέντε και τέταρτο τα πρωί, δηλαδή πριν ο πρεσβευτής Έρμπαχ επιδώσει τη διακοίνωση της χώρας του. Οι Γερμανοί χτύπησαν στο αδύνατο σημείο της γραμμής, ανάμεσα στο Τριεθνές και στο πρώτο οχυρό της σειράς, την Παποτλίβιτσα, που η κατασκευή της δεν είχε προλάβει να συμπληρωθεί. Σε λίγο η επίθεση γενικευόταν, έφτανε ίσαμε τα βόρεια της Κομοτινής. Η κύρια προσπάθεια του εχθρού ωστόσο γινόταν στο αριστερά του μετώπου, στο Μπέλες και στ’ οχυρό Ρούπελ. Τα ενδιάμεσα οχυρά της γραμμής είταν πέντε: από δυτικά προς τ’ ανατολικά η Παποτλίβιτσα, το Ιστίμπεη, το Αρπαλούχι, τα Κελκαγιά και οι Παλιουριώνες. Τα τρία μεσαία είναι κοντύτερα μεταξύ τους, σχηματίζουν τρίγωνο.
Το Μπέλες, από τις εφτά η ώρα τα πρωί καιγόταν. Τα αεροπλάνα καθέτου εφορμήσεως, βλέποντας τον ελληνικά στρατό απροστάτευτο από τον αέρα χαμήλωσαν, άρχισαν να βουτάνε και να πολυβολούν ξυστά. Τα δάση πάνω στο Μπέλες είχανε πιάσει φωτιά από τις πολλές βόμβες, οι τηλεφωνικές επικοινωνίες είχαν κοπεί, το δίκτυο εξαρθρώθηκε.
Τα φυλάκια, στην προκάλυψη, έκαναν στα μεταξύ αγώνα απεγνωσμένο. Στο 162, που αντιστάθηκε ως το μεσημέρι, σκοτώθηκαν όλοι χωρίς εξαίρεση οι άντρες, μαζί κι’ ο υπολοχαγός διοικητής. Αλλά των Γερμανών η υπεροχή είταν εξουθενωτική, τα αριστερό του υποτομέως Ροδοπόλεως, με τα δυο του μοναδικά τάγματα, είχε μείνει ακάλυπτο από τις εφτάμιση η ώρα κιόλας. Τα υπολείμματα του ενός από τα τάγματα είχανε πιάσει το ύψωμα 1120 και αγωνίζονταν εκεί απάνω κρατώντας τους Γερμανούς σε πεντακόσια μέτρα απόσταση. Από τους εφτακόσιους άντρες του τάγματος τα ένα τρίτο είταν πια εκτός μάχης.
Στο σκυρόδετο πολυβολείο Π9 η αντίσταση κράτησε ως την εφτάμιση το βράδι. Τα 33.000 φυσίγγια και οι χειροβομβίδες του προσωπικού εξαντλήθηκαν. Ο Γερμανός διοικητής του τμήματος που έκανε την επίθεση, βλέποντας τις πολλές απώλειες του, είχε οργιστεί. Όταν τέλος το πολυβολείο υπέκυψε, ο Γερμανός συνεχάρη τον αρχηγό του λοχία Δημήτρη Ίντζο κι’ έπειτα έβαλε και τον τουφέκισαν. Είναι ο νόμος του πολέμου αυτός; Ας το κρίνουν όσοι πιστεύουν ακόμα στην αρετή του ανδρισμού.
Αλλά το βάρος της κύριας γερμανικής προσπάθειας έπεφτε βέβαια στα οχυρά, αρχίζοντας από το δεξί της XVIII Μεραρχίας, τον υποτομέα θύλακος. Εδώ, το Ιστίμπεη σφυροκοπήθηκε ανελέητα από το γερμανικό πυροβολικό, ενώ πυροβόλα ευθυτενούς τροχιάς, από μιαν απόσταση μικρή, μόλις διακόσια ή εξακόσια μέτρα, χτυπούσαν με άμεση, οριζόντια βολή τα φατνώματα του Οχυρού. Στις εφτά η ώρα, το πεζικό του εχθρού χύμηξε σε πυκνές μάζες. Το Ιστίμπεη αντιστεκόταν. Έσπασε το πρώτο κύμα του εχθρού, καθώς και άλλα, που τ’ ακολούθησαν αμέσως. Κατά τις οχτώ η ώρα όμως, οι Γερμανοί κατόρθωσαν να επικαθήσουν στην επιφάνια του οχυρού, που είταν σκαμμένο μέσα στη γη. Από εκεί και πέρα, έγινε ένας αγώνας τυφλός, οι απ’ έξω να πασχίζουν να μπούνε μέσα, οι από μέσα ν’ αμύνονται με ό,τι όπλο τους απόμενε. Τέλος οι Γερμανοί βάλθηκαν να φράζουν τ’ ανοίγματα του οχυρού με πέτρες και χώματα, για να κάνουν τη φρουρά του να παραδοθεί από ασφυξία.
Στο Κελκαγιά ίδια κατάσταση. Τα πτώματα των Γερμανών στιβάζονταν μπροστά στο οχυρό, αλλά η επιμονή των άλλων, που έρχονταν ξοπίσω, δεν λυγίζει. Στη μία η ώρα έχουν ανέβει στην επιφάνεια του οχυρού. Με χειροβομβίδες και δυναμίτες που ρίχνουν από τ’ ανοίγματα του, προσπαθούν να το αποκαταστρέψουν. Τότε κάνουν μιαν απόπειρα να μπούνε μέσα, αλλά στις υπόγειες στοές βροντάει ο θάνατος∙ κανένας απ’ όσους μπήκανε δεν ξαναβγήκε. Με το βράδι, θ’ αρχίσουν κι’ εδώ την απόφραξη των ανοιγμάτων, για να σκάσουν μέσα τη φρουρά ή να την αναγκάσουν να παραδοθεί.
Δεξιά από τη XVIII Μεραρχία είταν η XIV (υποστράτηγος Κ. Παπακωνσταντίνου). Το μέτωπο της έπιανε από το Στρυμώνα ίσαμε το Κάτω Νευροκόπι, κάπου ογδόντα χιλιόμετρα φάρδος. Εκεί, οι Γερμανοί χτύπησαν με μεγάλη σφοδρότητα δύο κυρίως οχυρά: στ’ αριστερά το Ρούπελ, στο δεξί το Περιθώρι.
Η επίθεση κατά του Ρούπελ είναι από τις μεγάλες στιγμές αυτού του πολέμου, που έμπαινε πια στο τελευταίο του στάδιο. Το Ρούπελ βρίσκεται στην ανατολική Όχθη του Στρυμώνος, απαγορεύει τα στενά του ποταμού σε συνδυασμό με τ’ Οχυρό Παλιουριώνες από τη δυτική Όχθη. ΟΙ Γερμανοί έρριξαν πάνω στο Ρούπελ όλο το βάρος τους. Βομβαρδισμός πυροβολικού άρχισε στις πέντε και τέταρτο το πρωί, στις έξη χύθηκαν από ψηλά τα Στούκας. Είχαν ειδικές σειρήνες, που ούρλιαζαν απαίσια καθώς γίνονταν οι βουτιές, για να σπάζουν τα νεύρα των αμυνομένων. Η τοποθεσία ολόκληρη είταν μέσα στις φλόγες, ο αέρας έτρεμε, σκιζόταν από τις λάμψεις. Το θέαμα και το άκουσμα έπαιρνε ένα τρομαχτικό μεγαλείο καθώς το σύστημα πυρός του οχυρού απαντούσε τώρα σύσσωμο κι’ από αντίκρυ ζύγωναν τ’ άρματα μάχης του εχθρού και οι μοτοσυκλέττες. Πυκνές μάζες πεζικό τ’ ακολουθούσαν. Στο Στρυμώνα κατέβαιναν βάρκες από λάστιχο, ξέχειλες από γερμανικό στρατό, αμφίβια τέρατα με μυριάδες κεφαλές από πρασινωπό ατσάλι.
Ο εχθρός είχε κατεύθυνση κατά κύριο λόγο προς τα δύο από το σύστημα οχυρών του Ρούπελ: το Ούσιτα και το Μολών Λαβέ. Όμως η αντίσταση τους δειχνόταν αποτελεσματική: δυο άρματα χτυπήθηκαν, έμειναν στο δρόμο της Κούλας, δύο άλλα αχρηστεύθηκαν στη διασταύρωση με το δρόμο που κατεβαίνει από την Τοπόλνιτσα. Μια γερμανική πυροβολαρχία, που πήγαινε κι’ αυτή στην Τοπόλνιτσα, χτυπήθηκε, διαλύθηκε. Αλλά οι Γερμανοί φαίνονταν να την περιμένουν την αντίσταση του Ρούπελ κι αδιαφορούσαν για τις απώλειες. Συνέχιζαν τις επιθέσεις του σε κύματα απανωτά, ακάλυπτοι.
Στο μεταξύ, δεκαοχτώ βάρκες είχανε μπλέξει στο υποβρύχιο δίχτυ από σύρμα, στο Στρυμώνα, βούλιαζαν χτυπημένες από το πυροβολικό των Οχυρών. Βούλιαζαν μαζί με το έμψυχο φορτίο τους. Εκατόν είκοσι αεροπλάνα βούιζαν, ούρλιαζαν αδιάκοπα πέρα – δώθε στον ουρανό. Οι υπερασπιστές του Ρούπελ έδειχναν θαυμαστή ψυχραιμία. Η αναμέτρηση φιλοπατρίας και σιδερένιας δύναμης είταν εδώ σκληρή, αποφασισμένη. Σ’ όλο το διάστημα της ημέρας, οι Γερμανοί, τεχνίτες πια στην επίθεση, στέλνουν τα κύματα τους το ένα πίσω από τ’ άλλο, ακούραστα, ανεξάντλητα, διαλύονται, άλλα προβαίνουν πίσω, με τους ίδιους πυκνούς σχηματισμούς, με την ίδια όρμή. Κάθε μισή ώρα κύματα από Στούκας ξεχύνονται από πέρα, αυλακώνουν αφηνιασμένα τον ουρανό. Την τοποθεσία των οχυρών Παλιουριώνες, Ρούπελ, Καρατάς, τη χτυπάνε ογδόντα δύο γερμανικές πυροβολαρχίες. Το σύμπαν, κάτω κι’ απάνω, φαίνεται να έχει πνιγεί στη φλόγα.
Ανατολικά, στη ζώνη της VII (υποστράτηγος Χρ. Ζωιόπουλος) δύο είταν τα οχυρά: το Λίσσε και το Πυραμιδοειδές. Εδώ oι Γερμανοί έρριξαν λιγότερο βάρος από το Ρούπελ, το Λίσσε όμως χτυπήθηκε από συνδυασμένες δυνάμεις, άρματα μάχης, πυροβόλα αυτοκινούμενα και πυκνούς σχηματισμούς πεζικού. Η άμυνα του οχυρού είταν καλομελετημένη. Άφησε τον εχθρό να φτάσει ανενόχλητος στα οχτακόσια ως χίλια μέτρα, και τότε, ολόξαφνα, άρχισε ολόκληρο ν’ αστράφτει και να βροντάει. Ο φραγμός που εξαπολύθηκε έτσι από πεζικό μαζί και πυροβολικό, με δεξιά το Πυραμιδοειδές να βοηθάει, κεραυνοβόλησε τους Γερμανούς που προχωρούσαν σ’ ανοιχτό χώρο. Σκόρπισαν παλαβωμένοι, αφήνοντας χάμω σωρούς τους χτυπημένους.
Νέα επίθεση, με πεζικό, τσακίστηκε από το φράγμα του οχυρού. Ξαπόστειλαν τότε καταπάνω του τ’ άρματα μάχης. Η φρουρά του Λίσσε είχε ενθουσιαστεί, πολεμούσε σα μεθυσμένη. Άφησαν τα’ άρματα να φτάσουν στα πεντακόσια μέτρα, ύστερα τα σημάδεψαν καλά με τ’ αντιαρματικά πυροβόλα, τους έριξαν. Τρία από τα τέσσαρα άρματα έγιναν κόσκινο. Οι Γερμανοί έκαναν νέα προσπάθεια, με βαρύτερα άρματα μάχης, αστόχησαν, έχασαν άλλα δυο.
Από εκεί και πέρα, άρχισαν τις υπερκερωτικές κινήσεις, πάτε ανάμεσα Περιθώρι και Λίσσε, πάτε προς τα υψώματα Ουσόγια. Ανατολικότερα ακόμα, στη ζώνη της Ταξιαρχίας Νέστου, η γερμανική επίθεση θα προσκρούσει στ’ οχυρό Εχίνος, πάνω από την Ξάνθη. Ακόμα πιο ανατολικά, στα μακρύτατο-ελληνικά μέτωπο, είταν η Ταξιαρχία Έβρου και τ’ οχυρό Νυμφαίο, πάνω από την Κομοτινή. Αυτό βρέθηκε περικυκλωμένο σχεδόν από τους Γερμανούς, που είχαν απωθήσει τα ελαφρά τμήματα προκαλύψεως. Πυροβόλα όλων των τύπων και διαμετρημάτων, στημένα γύρω του, τα σφυροκοπούσαν, και η αεροπορία του έριχνε από ψηλά.
Η αεροπορία! Ο μεγάλος καημός του ελληνικού στρατού, που άντεχε στην επίθεση, αλλά που δεν είχε την ηθική ανακούφιση να βλέπει τα δικά του αεροπλάνα να τον προστατεύουν. Τη συντριπτική υπεροπλία των Γερμανών στον αέρα θα την δοκιμάσουν, την ίδια εκείνη νύχτα, κοντά χαράματα, oι Έλληνες στην πρωτεύουσα τους και στον Πειραιά. Βρόντος τρομερός συγκλόνισε το λεκανοπέδιο της Αττικής και το λιμάνι: Μια νάρκη μαγνητική, ριγμένη από γερμανικά αεροπλάνο, είχε ανατινάξει ένα αγγλικά μεταγωγικό γεμάτο εκρηκτικές ύλες. Κομμάτια της προκυμαίας, αποβάθρες, βούλιαξαν, τινάχτηκε στον αέρα μια αμαξοστοιχία φορτωμένη πυρομαχικά, γκρεμίστηκαν σπίτια, αποθήκες. Η Γερμανία έκανε την παρουσία της αισθητή με τρόπο κεραυνοβόλο. Προσωποποιημένος όλεθρος.
Ξημέρωνε η 9η Απριλίου κι’ ο αγώνας δεν είχε σταματήσει στα οχυρά που έμεναν ακόμα άπαρτα. Στο Περιθώρι και στη Μαλιάγκα γινόταν αντεπίθεση με συνδυασμένες δυνάμεις των δύο οχυρών, ξανάπαιρνε το υψωμό Σύλλα κι’ έπιανε αιχμαλώτους, μαζί κι’ ένα λοχαγό. Στην περιοχή Παρταλούσκα άλλη αντεπίθεση ανέτρεπε τον εχθρό κι’ έπιανε πάνω από εκατό αιχμαλώτους καθώς και το διοικητή ενός τάγματος. Στην κάτω Βρόντου εξαναγκαζόταν σε παράδοση μια γερμανική διλοχία που είχε καταλάβει τη νύχτα το ύψωμα Άγιος Κωνσταντίνος. Είταν διακόσιοι πενήντα άντρες μ’ έναν αντισυνταγματάρχη επικεφαλής.
Στο Ρούπελ, ύστερα από βομβαρδισμό που κράτησε ως τις τρεις τ’ απόγευμα, παρουσιάστηκαν κήρυκες με λευκή σημαία να πούνε πως η Θεσσαλονίκη είχε παρθεί και κάθε αντίσταση στο εξής είναι μάταιη. Ο διοικητής του οχυρού απάντησε πως τα οχυρά δεν παραδίνονται παρά μόνον όταν κατορθώσει ο αντίπαλος να τα πάρει. Oι κήρυκες έδωσαν το λόγο της τιμής τους πως δεν, λένε ψέμματα κι’ έφυγαν αφού δήλωσαν πως θα ξανάρθουν τ’ άλλο πρωί.
Στη Γκολιάνα με τους περιχαρακωμένους Γερμανούς, ο αγώνας συνεχιζόταν. Το ίδιο και στ’ οχυρό Παλιουριώνες, που βομβαρδιζόταν από πυροβολικό κι’ αεροπορία. Ήρθαν κι’ εδώ κήρυκες, τα’ απόγευμα, έδωσαν το λόγο τους πως παραδόθηκε η Θεσσαλονίκη. Στις έξη η ώρα σταμάτησε η φωτιά κι’ έτσι ένα από τα τελευταία προπύργια της αγωνιζόμενης ελληνικής Μακεδονίας είπε την τελευταία του λέξη.
Από τα χαράματα, ο στρατηγός διοικητής της 29ης θωρακισμένης γερμανικής Μεραρχίας στρατηγός Φάιελ είχε πάει με αεροπλάνο να συναντήσει κοντά στη Σόφια το στρατάρχη φόν Λίστ, διοικητή της Δωδέκατης Στρατιάς. Είχε γυρίσει πίσω στις εννιά, απάντησε στον Έλληνα απεσταλμένο πως οι όροι για συνθηκολόγηση γίνονται κατ’ αρχήν δεκτοί και πως από τις δέκα η ώρα θα δινόταν το πρόσταγμα «παύσατε πυρ».
Η συνάντηση του στρατηγού Φάιελ με τον στρατηγό Μπακόπουλο έγινε το μεσημέρι, στο γερμανικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης. Επακολούθησε η υπογραφή Πρωτοκόλλου, με χρονολογία 9 Απριλίου και ώρα δύο μετά το μεσημέρι. Οι Γερμανοί, κατά την επαφή τους με τους διαφόρους Έλληνες ηγήτορες, τόνισαν το θαυμασμό τους για την αντίσταση του ελληνικού στρατού και για την πολεμική του αξία. Είναι πολλές αυτές οι μαρτυρίες, πήρανε θέση πια στην Ιστορία και θα είταν ίσως μάταιο να τις παραθέσει κανένας εδώ. Ας συγκρατήσουμε ωστόσο, ανάμεσα σ’ όλες τις άλλες, τις ακόλουθες μόνο. Συνοψίζουν τα πάντα.
Η ελληνική ψυχή άρχιζε να μπαίνει στο πένθος της κατοχής. Στο μέτωπό της, πάνω στα αίματα, είχε σκαλώσει ένα κλωνάρι δάφνης.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΕΡΖΑΚΗ
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ 1940-1941
Οι φωτογραφίες των Οχυρών είναι από την ιστοσελίδα: http://www.roupel.gr/mg2/index.php?id=30
Καθώς αναφέρεται στον Μεγάλο Συναξαριστή η γιορτή της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου απαριθμείται στις γιορτές, πού θεσπίστηκαν προς τιμήν των Θεομητορικών αμφίων. Μεταξύ αυτών είναι η κατάθεση της Τιμίας Εσθήτος (2 Ιουλίου) και η κατάθεση της Τιμίας Ζώνης (31 Αύγουστου).
Το ιστορικό της γιορτής: Η καθιέρωση της γιορτής έλαβε υπόψη, ως υπόθεση και αφορμή, την εμφάνιση της Θεομήτορος σε όραμα μέσα στο ναό των Βλαχερνών της Κωνσταντινούπολεως την εποχή του Λέοντος του Σοφού (886-911). Το όραμα αυτό ή την οπτασία είδαν δύο Μοναχοί, ο όσιος Ανδρέας, ο δια Χριστόν σαλός, και ο φίλος του Επιφάνιος.
Το βίο του Αγ. Ανδρέου και τη γιορτή της Σκέπης της Θεοτόκου γνωρίζουμε από δύο ιστορικές πηγές: Ο συγγραφέας του βίου του Αγ. Ανδρέου, στην ελληνική γλώσσα, ονομάζεται Νικηφόρος και ήταν πρεσβύτερος της μεγάλης Εκκλησίας της Αγίας του Θεού Σοφίας, ο οποίος γνώριζε προσωπικά τον Ανδρέα [Νικηφόρου (πρεσβύτερος Κων/λεως), περί του βίου του Αγ. Ανδρέου του δια Χριστόν σαλού, M PG. 111, 628-888].
Ο δεύτερος συγγραφέας είναι ο Ρώσος Θεολόγος-Αγιολόγος Σέργιος, αρχιεπίσκοπος Βλαδίμηρου, ο οποίος έγραψε ειδική μελέτη και τη δημοσίευσε σε ρωσικό περιοδικό «Στράννικ» με τον τίτλο: Ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός και η εορτή της Σκέπης της Θεομήτορος. [Σεργίου, αρχιεπισκόπου Βλαδίμηρου, ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός και η εορτή της Σκέπης της Θεομήτορος, περ. Στράννικ, τεύχη Σεπτ.-Δεκ. 1898 (ρωσ.) Acta SS, Μαίου VI, σ. 4-111]. Ο Σέργιος εξετάζει και ερευνά το βίο του Αγ. Ανδρέου και αποδεικνύει ότι η οπτασία της Θεοτόκου στους Μοναχούς έγινε πιθανώς κατά το β τέταρτο του Γ’ αιώνα, λίγο χρονικό διάστημα προ της κοιμήσεως του Αγ. Ανδρέου (936).
Στο κεφ. 24 του βίου του Αγ. Ανδρέου αναφέρεται το γεγονός της οπτασίας της Θεοτόκου.
Στο ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου Βλαχερνών Κωνσταντινουπόλεως ετελείτο ολονύκτιος αγρυπνία και οι παρευρισκόμενοι πιστοί με ύμνους και προσευχές δοξολογούσαν τον Θεό. Κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας και περί την τετάρτη ώρα της νυκτός, οι άγιοι Ανδρέας και Επιφάνιος είδαν μεγαλοπρεπή γυναίκα να προχωρεί από την ωραία πύλη με συνοδεία αγγελικών Δυνάμενων, προφητών (Ιωάννης ο Πρόδρομος), αποστόλων (Ιωάννης Θεολόγος) και αγίων. Πολλοί άγιοι προπορεύονταν με λευκές στολές ψάλλοντες ιερούς ύμνους. Η γυνή αυτή γονάτισε και με δάκρυα στα μάτια προσευχόταν για πολύ χρονικό διάστημα. Μετά προχώρησε προς το θυσιαστήριο και προσευχήθηκε για το λαό, ο οποίος ήταν συγκεντρωμένος στο ναό. Κατόπιν έβγαλε το ωμοφόριον (το μαφόριον) πού είχε στο κεφάλι της και σκέπασε τον παρευρισκόμενο λαό.
Οι Μοναχοί έβλεπαν υπεράνω του λαού το εκτεταμένο μαφόριο της Θεοτόκου, το ΟΠΟΥ έλαμπε, ως αστραπή, και ήταν ένα σημείο της παρουσίας της Θεομήτορος. Μετά την αναχώρισή της η Θεοτόκος πήρε μαζί της το μαφόριο και άφησε στη θέση του τη χάρη του Θεού να προστατεύει το λαό Του.
Την εποχή εκείνη, ως είναι γνωστό, οι Χριστιανοί στο Βυζάντιο αντιμετώπιζαν τις επιβουλές των Αγαρηνών. Όταν νίκησαν τις εχθρικές αυτές δυνάμεις γιόρτασαν τη γιορτή της Σκέπης της Θεοτόκου, εκφράζοντες την ευγνωμοσύνη τους για τη βοήθεια και την προστασία της.
Έκτοτε καθιερώθηκε στην Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία την 1η Οκτωβρίου η γιορτή της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου. Την 1η Οκτωβρίου, επίσης, θεσπίστηκε τον IB αιώνα να γιορτάζεται η μεγάλη γιορτή της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου και στην Ρωσία. Η μετάθεση της γιορτής της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου από την 1η Οκτωβρίου στην 28η Οκτωβρίου έγινε το 1952. Η σχετική εγκύκλιος 701/31-10-1952 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος αναφέρει τα εξής:
«Προς τους Σεβασμιωτάτους Ιεράρχας της Εκκλησίας της Ελλάδος
Η Ιερά Σύνοδος εν τη συνεδρία αυτής της 21ης λήγοντος μηνός ήκουσε του Μακαριωτάτου Προέδρου αυτής εισηγουμένου, πως η εορτή της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου, αγομένη τη 1η Οκτωβρίου, συμπανηγυρίζεται τη 28η αυτού, εν συνδυασμώ προς την κατ’ αυτήν την ημέραν τελουμένην Εθνικήν εορτήν, δεδομένου ότι το Έθνος ημών ανέκαθεν συνέδεσε τα μεγάλα αυτού εθνικά γεγονότα μετά θρησκευτικών εκδηλώσεων, και δη και μάλιστα εορταστικώς απέδωκε τα ευχαριστήρια αυτού εις την Υπέρμαχον Στρατηγόν, την αείποτε προστατεύσασαν και σωτηρίω σκέπη σκεπάσασαν το ευσεβές των Ελλήνων Γένος.»
Ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός αναγνωρίζεται μέσα από το περιεχόμενο της Εγκυκλίου, ότι ήταν πάντοτε στενά συνδεδεμένοι. Η Ορθοδοξία δίδαξε και δώρησε στον Ελληνισμό την πίστη και την αγάπη προς τον Θεό και προς τον άνθρωπο. Ο Ελληνισμός προσέφερε το πνεύμα και τις ιδέες για τις αξίες της ζωής και οργάνωσε με μεγαλύτερη δικαιοσύνη την κοινωνική ζωή. Ιδιαίτερα η συνάντηση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού υπήρξε το μέγα αγαθό της ανθρώπινης ζωής, στην ελευθερία. Οι άνθρωποι ελεύθεροι από εχθρικές δυνάμεις και κυριαρχικές εξουσίες δημιουργούν τα έργα του πολιτισμού και της ειρήνης. Γι’ αυτή την ελευθερία αγωνίζονταν οι Έλληνες στη Βυζαντινή εποχή, στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο του 1940, αλλά και σήμερα έναντι των προβλημάτων και των κινδύνων της παγκοσμιοποίησης.
Χρέος και καθήκον όλων των Ελλήνων σήμερα είναι να διαφυλάξουμε και να διατηρήσουμε την ορθόδοξη παράδοσή μας. Πρωτεύοντα ρόλο στον αγώνα αυτό και στην προσπάθεια μας παίζει το πρόσωπο της Θεοτόκου. Γιατί η Παναγία με τη χάρη, την ικεσία και την πρεσβεία της ενδυναμώνει τους πιστούς στον πνευματικό τους αγώνα κατά της αμαρτίας. Όσοι καταφεύγουν με πίστη σ’ αυτή αντλούν δύναμη και εξουδετερώνουν τους ορατούς και αόρατους εχθρούς, πού απειλούν τη ζωή τους.
Η ορθόδοξη παράδοσή μας, όπως είναι γνωστό, εκφράζεται κατεξοχήν στην εκκλησιαστική λατρεία. Οι ειδικοί ερμηνευτές τονίζουν ότι στο περιεχόμενο της εκκλησιαστικής λατρείας, εξυμνείται η θέση της Θεοτόκου μέσα στο σχέδιο της θείας οικονομίας για τη σωτηρία των ανθρώπων.
Η Εκκλησία μέσω της λατρείας προβάλλει το πρόσωπο της Παναγίας, ως πρότυπο, για να μιμηθούν οι πιστοί την καθαρότητα και την αγνότητα του βίου της καθώς και την αρετή της ταπείνωσης και υπακοής στο θέλημα του Θεού. Σημειώνουμε ότι οι πιστοί έχουν μεγάλη πνευματική ωφέλεια στη ζωή τους από το περιεχόμενο των εκκλησιαστικών ύμνων και ιδιαίτερα από τους ύμνους, πού αναφέρονται στο πρόσωπο της Παναγίας.
Αναφέρω ένα ερμηνευτικό σχόλιο στον Ακάθιστο Ύμνο ενός πιστού ερμηνευτή, στο οποίο τονίζεται η πνευματική ωφέλεια και η εποικοδομητική σπουδαιότητα των ύμνων:
Ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελεί σπάνιο σε δύναμη και ομορφιά κομμάτι της εκκλησιαστικής μας ποιήσεως, στο οποίο ιδιαίτερα αρέσκεται η ευσεβούσα καρδία της Ορθοδοξίας και στο οποίο το Έθνος ψαύει τη συνείδηση του και αφουγκράζεται τους ιστορικούς του παλμούς.
Και τελειώνοντας αναφέρω στίχους από τη Δ’ Στάση των Χαιρετισμών, οι οποίοι εξυμνούν το πρόσωπο της Θεοτόκου ως εξής:
Χαίρε, δι ης εγείρονται τρόπαια, χαίρε, δι ης εχθροί καταπίπτουσι.
Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος, τοῦ ὀφθέντος ποτέ, ἐν Βλαχέρναις Βύζαντος,
τῆς μόνης τὸν ποιητὴν ἡμῶν καὶ Κύριον, τεκούσης ἄνευ φθορᾶς·
τὸ Ἱερὸν γὰρ μαφόριον ἥπλωσε
καὶ πάντας τοὺς εὐσεβεῖς, περισκεπάσασα χαρίτων ἐνέπλησε,
καὶ πρὸς εὐφροσύνην θείαν συγκαλεῖται ἅπαντας,
τοῦ βοᾶν γηθοσύνως, χαῖρε Σκέπη πιστοὺς σκέπουσα.
του Ιγνάτιου
«Αυτός ο τόπος βγάζει δύο πράγματα, ελιές και παλικαριά»
ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ (1881-1949)
Στα 1881 γεννήθηκε στην σκλαβωμένη Κομοτηνή, η ζωή του πέρασε μέσα από συμπληγάδες μα θα μείνει βαθειά στην μνήμη της ιστορία το βήμα του, γιατί ο ιεράρχης των Ποντίων ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος στήθηκε στητός και είπε ΟΧΙ, όταν όλοι λέγανε ΝΑΙ απ’ άκρου σ’ άκρου στην Ευρώπη.
Τιμημένος όσο κανένας Μητροπολίτης Τραπεζούντας (1913-1938) στα δύσκολα χρόνια, στάθηκε στον Ελληνισμό της Μαύρης θάλασσας και στις πατρογονικές εστίες αλλά και μετά στην προσφυγιά. Πρωταγωνίστησε για την σωτηρία του Ελληνισμού στην Μακεδονία. Αποκρισάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αθήνα, υπεύθυνος σε πολλές αποστολές εθνικής σημασίας στην Τιφλίδα, την Αλβανία , το Βελιγράδι, την Συρία και αλλού. Λόγιος και γλωσσομαθής, αφιέρωσε το ταλέντο του σε μελέτες για την εκκλησία της Τραπεζούντας το 1933, το 1937 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου των Αθηνών και το 1940 ονομάστηκε Ακαδημαϊκός. Από το 1938 – 1941 ήταν Αρχιεπίσκοπος Αθηνών . Ο Αρχιεπίσκοπος του 40.
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ 40
Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος σ’ αυτόν τον πόλεμο πολέμησε μαζί με το μαχόμενο έθνος από την πρώτη στιγμή και κατά του Ιταλού αλλά και κατά του Γερμανού εισβολέα, δεν υπήρξε ενέργεια πού πρέπει να κάνει Ορθόδοξος Ιεράρχης που να μη την έκανε, δίπλα στον μαχητή αλλά και δίπλα στον τραυματία. Παρηγορητής της χήρας και εμψυχωτής του πολεμιστή, ακούραστα στήριξε τον άνισα μαχόμενο Ελληνισμό, και όταν πλησίαζαν τα δύσκολα πιο πεισματικά πύκνωνε τις γραμμές μη και περάσει ο εχθρός.
ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ
Ας δούμε τι γράφει στο ημερολόγιο του ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος:
29/4/1941
«Πληροφορούμαι ότι ο στρατηγός Τσολάκογλου αφού σύνηψε την επονείδιστον συμφωνία με τους Γερμανούς επάνω στο μέτωπο, κατελθών εις Αθήνας πρόκειται εντολή των Γερμανών να σχηματίσει Κυβέρνησιν. Τούτο με στεναχωρεί πολύ διότι θα περιπέσωμεν εις δεινά, …. Προτιμότερον μόνοι οι Γερμανοί να έχουν την ευθύνη της διοικήσεως οπότε θα είναι προσεκτικότεροι»
Πράγματι λοιπόν οι Γερμανοί ευθείς μόλις μπήκαν στην Αθήνα και ενώ ακόμα η Ελλάδα πολεμούσε στην Κρήτη πραγματοποίησαν συναντήσεις με πρόθυμους παράγοντες για να φανεί η κατοχή μια ομαλή συνέχεια, όλα να ξεχαστούν, μήτε αίμα στα οχυρά χύθηκε μήτε η Ελλάδα είπε ΟΧΙ , μια παρένθεση που πρέπει να πάρουμε μια γόμα και να την σβήσουμε δεν έγινε τίποτα, όλοι πρόθυμοι στρατιωτικοί, κάθε είδους παράγοντες και η εκκλησία θα κάνουμε μια μασκαράτα και θα ξυπνήσουμε με τον μηχανισμό όπως ήταν με μια κυβέρνηση που διέθετε Ελληνικά πιστοποιητικά γέννησης, και όλα θα είναι καλά αγγελικά πλασμένα , κάποιοι Ιταλοί και Γερμανοί θα παρακολουθούσαν και θα έλεγχαν τα πάντα , κάποιες μικρές αλλαγές στα σύνορα υπέρ των Βουλγάρων κα των Ιταλών (πάει η Θράκη, η Δ Μακεδονία, τα Επτάνησα η Ήπειρος και οι Κυκλάδες), και πια σύμμαχοι είμαστε βοηθήστε και εσείς τώρα με το αίμα σας την επιβολή της νέας τάξης του Χίτλερ….
Και οι νεκροί στο Έλλη; Και τα παιδιά με τα κομμένα πόδια ; Και οι χήρες και τα ορφανά της βομβαρδισμένης Πάτρας;
ΤΟ ΟΧΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
27/4/1941 ο Αρχιεπίσκοπος ήρθε πρωί στην Αρχιεπισκοπή « Δεν θα λειτουργήσω σήμερα για να είμαι έτοιμος για ότι προκύψει» και έστειλε τον Αρχιδιάκονο Νικόδημο (μετέπειτα Μητροπολίτη Πατρών) να τελέσει την λειτουργία λέγοντας του «Πρόσεχε παιδί μου έχε το νου σου μη και σε ειδοποιήσω». Κυριακή του Θωμά λοιπόν κήρυξε απ’ άμβωνος ο Αρχιδιάκονος και κάποια στιγμή είδε μαντατοφόρο να του κάνει νόημα, γρήγορα στον Αρχιεπίσκοπο. Τελείωσε την λειτουργία και πήγε στο γραφείο του , τον βρήκε να κλαίει βλέποντας την σημαία των Ναζί να κυματίζει στον Παρθενώνα.
Σύντομα κάθε είδους μαντατοφόροι άρχισαν να φτάνουν στο γραφείο του Χρύσανθου, με κάθε είδους προτάσεις, απειλές, εκβιασμούς, γλυκόλογα. Και ο Χρύσανθος εκείνες τις ημέρες θυμήθηκε τον Μητροπολίτη Τραπεζούντας και με Ποντιακό πείσμα είπε τέσσερα βασικά ΟΧΙ .
ΠΡΩΤΟ ΟΧΙ
Ήρθε μια επιτροπή και πρότεινε για το καλό του Ελληνικού λαού και για να καλοπιάσουμε τον κατακτητή, να πάμε με μπροστάρη την θρησκευτική μας ηγεσία να παραδώσουμε την πόλη των Αθηνών στους Γερμανούς, και Χρύσανθος απάντησε: «οι Έλληνες Ιεράρχες δεν παραδίδουν πόλεις στον εχθρό, καθήκον έχουν να εργαστούν δια την απελευθέρωση».
ΔΕΥΤΕΡΟ ΟΧΙ
Ήρθαν κάποιοι και είπαν ας κάνουμε κάτι να μας πάρουν από καλό μάτι οι κατακτητές, μη τους πάμε πια κόντρα τελείωσε ο πόλεμος. Και τι να κάνουμε βρε παιδιά; Δεν κάνουμε μια δοξολογία στην Μητρόπολη ! Και αγρίεψε το μάτι του Μητροπολίτη Τραπεζούντας «ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ! Δοξολογία δεν έχει θέσιν επί τη υποδουλώσει της Πατρίδος μας, η ώρα της δοξολογίας θα είναι άλλη».
ΤΡΙΤΟ ΟΧΙ
Μιας και οι ραγιάδες δεν μπορούσαν να τον πείσουν να σκύψει, είπαν να τον θαμπώσουν, του ζήτησαν να πάει να δει τον στρατηγό Στούμμε και τότε «υποχώρησε» ο Χρύσανθος είπε: «θα τον αναμένω». Ο στρατηγός πήρε τα πόδια του και πήγε στο Αρχιεπισκοπικό γραφείο, από την πρώτη στιγμή κατάλαβε ο Γερμανός στρατηγός ότι δεν είχε να κάνει με προσκυνημένο ανθρωπάκι αλλά με ηγέτη που υπερασπιζόταν Θερμοπύλες και το ξεκίνησε μαλακά να δει που θα του βγει «Όμορφη η πατρίδα σας», «Οι Γερμανοί λατρεύουν τον Όμηρο» και ο Αρχιεπίσκοπος ευγενικά σεμνά εκπροσωπώντας τους Έλληνες: «Ελπίζω να σεβαστείτε την Χώρα», «Στρατηγέ μη θίξετε την φιλοτιμία του Ελληνικού λαού».
ΤΕΤΑΡΤΟ ΟΧΙ
Τέλος ο στρατηγός Στούμμε την επόμενη τσούπ ξανά στο Αρχιεπισκοπικό γραφείο και τι του ζήτησε λες; Να ορκίσει την κυβέρνηση Τσολάκογλου!!! Την απάντηση δεν χρειάστηκε να την μεταφράσει διερμηνέας την είπε στα Γερμανικά ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας και τωρινός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών: «Δεν μπορώ να ορκίσω Κυβέρνηση προβληθείσα από τον εχθρό, εμείς γνωρίζουμε ότι τις Κυβερνήσεις τις ορίζει ο λαός ή ο Βασιλεύς. Εδώ τώρα ούτε ο λαός εψήφισε την Κυβέρνηση, ούτε ο Βασιλεύς την όρισε. Πως ζητάτε να ορκίσω Κυβέρνηση υποδειχθείσα υπό του εχθρού; Δια να είναι όργανό των;»…. Αναψοκοκκίνησε ο στρατηγός από το χαστούκι που δέχτηκε χαιρέτησε έκανε μεταβολή και βγαίνοντας από την πόρτα της Αρχιεπισκοπής σίγουρα κατάλαβε ότι ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει.
Τώρα ήταν η σειρά των σκουλήκων, οι οποίοι για το καλό της Πατρίδας και του λαού και το δικό του, τον εκλιπαρούσαν να, μην αρνηθεί την πρόταση που του έκανε ο Στούμμε και ο Ιεράρχης απάντησε: «Εν γνώσει των συνεπειών που με αναμένουν δεν δέχομαι την προτεινομένη πρόταση. Εμμένω εις τας αρχάς μου». Και όταν τον παραπίεσαν: «Ο πρωθυπουργός που όρκισα βρίσκεται και αγωνίζεται στην Κρήτη» είπε και σίγασε πια κάθε άλλη κουβέντα .
Απ’ ότι καταλαβαίνεις αυτή η πράξη του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου ήταν η πρώτη πράξη εθνικής αντίστασης στην κατεχόμενη Ευρώπη.
Ο Τσολάκογλου πως ορκίστηκε ;
Στις 29/4/1941 11πμ ορκίστηκε η πρώτη κατοχική κυβέρνηση από τον διάκονο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου Καρύτση… Φυσικά ούτε ο Θεσσαλός Τσολάκογλου ούτε οι Γερμανοί λησμόνησαν αυτή τη συμπεριφορά του Χρύσανθου, στις 2/6/1941 επαύθει με Συντακτική Πράξη της ψευδοκυβέρνησης Τσολάκογλου, για να τοποθετηθεί κάποιο πιο βολικό άτομο στη θέση του Αρχιεπισκόπου.