Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ (1940-44) (ἱστολόγιον)
«Αἱ ἰταλικαὶ στρατιωτικαὶ δυνάμεις προσβάλλουσιν ἀπὸ τῆς 05:30 ὥρας τῆς σήμερον τὰ ἡμέτερα τμήματα προκαλύψεως τῆς Ἑλληνοαλβανικῆς Μεθορίου. Αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις ἀμύνονται τοῦ Πατρίου ἐδάφους.»

Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ (1940-44) (κεντρικὸς ἱστοχῶρος)
Σελίδες Πατριδογνωσίας - Φειδίας (ἱστολόγιον) - Περικλῆς Γιαννόπουλος - Ἀντίβαρο - Πολυτονικό

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Ἡ ζωὴ τῶν Ἑλλήνων Ἑβραίων στὰ στρατόπεδα συγκέντρωσης τῶν Ναζί

Για σήμερα Σάββατο ας κάνουμε μια μικρή ιστορική αναδρομή σχετική με ένα θέμα που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί. Αρκετές φορές από τούτο εδώ το ιστολόγιο έχω εκφράσει τη συμπάθειά μου για τις ταλαιπωρίες του λαού των Εβραίων από τους Ναζί και ακόμα περισσότερες την απέχθειά μου για τον μισητό Σιωνισμό. Δεν θα πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ αυτών των δύο, είναι ξεκάθαρο για μένα. Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον το βιβλίο του K.E. Fleming, «Ιστορία των Ελλήνων Εβραίων», εκδ. ΟΔΥΣΣΕΑΣ. Σας δίνω ένα απόσπασμα στο οποίο περιγράφεται η ζωή των αιχμάλωτων Ελλήνων Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης όπως αυτό του Άουσβιτς και Μπίρκεναου. Εάν εξαιρέσει κάποιος την πλειοψηφία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, οι περισσότεροι από την υπόλοιπη Ελλάδα είχαν ελληνικότατη συνείδηση.

(Σε κάνα δυο μέρες θα σας δώσω και αποσπάσματα από το βιβλίο, σχετικά με την απλόχερη βοήθεια των Ελλήνων Ορθοδόξων προς τους κυνηγημένους από τους Ναζί Εβραίους. Παρόλο που οι σχέσεις Ορθοδόξων – Εβραίων δεν ήσαν και οι καλύτερες, οι Έλληνες γλύτωσαν πολλούς από τη ναζιστική κτηνωδία. Κι ας βάραινε στην ιστορία η σκύλευση του πτώματος του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’ στην Πόλη κατά την έναρξη της Επανάστασης του ’21, κι ας στάθηκαν στο πλευρό των Τούρκων κατά τον πόλεμο του 1897 κι ας είχαν δείξει πλειστάκις ανθελληνική και φιλότουρκη συμπεριφορά)

Ελπίζω να σας αρέσει:

… Η Μπέρυ Ναχμία, μια ελληνίδα που επέζησε από το Άουσβιτς-Μπίρκεναου, θυμάται να ακούει, από το κρεματόριο απέναντι από την παράγκα της, έναν έλληνα κρατούμενο να τραγουδάει καθώς δούλευε:

Κορίτσια ελληνίδες
Που μ' ακούτε
Τραλαλαλαλαλα
Για να καταλάβετε
Σας το λέω τραγουδιστά
Εδώ οι καμινάδες
Που βλέπετε ψηλά
Είναι η χειρότερη φάμπρικα θανάτου
Χιλιάδες εβραίοι
Γέροι, νέοι, μικρά παιδιά
Πέφτουν στης φλόγας
Την αγκαλιά
Το ξέρω, θα με κάψουν κι εμένα
Σε λίγο καιρό δε θα υπάρχω πια
Να διηγηθώ αυτά που βλέπουν
Τα μάτια μου τα κουρασμένα
Μ' ακούτε; Πιστέψτε με,
Είναι αληθινά φρικτά,
Γιατί τα ζω καθημερινά.
Κορίτσια ελληνίδες, σας παρακαλώ
Εάν βγείτε ζωντανές μια μέρα
Απ' το «Λάγγερ» αυτό,
Διηγηθείτε στον απέραντο κόσμο
Να μάθει, αυτά που τραγουδάω.

… Στα στρατόπεδα, οι έλληνες εβραίοι θεωρούνταν ως εξωτικοί και ιδιόρρυθμοι παρείσακτοι από τους ασκενάζι που συνάντησαν εκεί. Θεωρούνταν η πεμπτουσία του μεσογειακού τύπου, και τους πείραζαν για τα γούστα και τις συνήθειές τους. Ένας κρατούμενος θυμάται πως τον συνέλαβαν μαζί με εκατοντάδες άλλους έλληνες και τον έστειλαν στο Μπίρκεναου. «Σε ένα από τα μπλοκ [εκεί] βρήκαμε έναν Blokaltester που μιλούσε ισπανικά. Όταν άκουσε πως είμαστε από τη Θεσσαλονίκη μας είπε, «Ijos de putas! Donde esta la halva y el raki de· Saloniki?» [Πουτάνας γιοι! Που είναι ο σαλονικιώτικος χαλβά σας και το ρακί;] Απαντήσαμε, «[Κοίτα], δεν ήρθαμε [μόλις τώρα] από τη Θεσσαλονίκη, ερχόμαστε από τη Μπούνα [στο Άουσβιτς].»


Η «διαφορετικότητα» των ελλήνων στα μάτια των ασκενάζι που αποτελούσαν την πλειοψηφία των κρατουμένων στα στρατόπεδα ήταν αμφίπλευρη. Σε κάποιους, οι έλληνες προκαλούσαν δέος με την ωραία τους εμφάνιση, την εφευρετικότητα και την ευχάριστη εκφορά της εβραϊκής. Κάποιοι μη έλληνες κρατούμενοι «είχαν εντυπωσιαστεί με η δύναμη που είχαμε δείξει στον πόλεμο του 1940-41, και θεωρούσαν όλους εμάς τους έλληνες ήρωες». Αλλά για άλλους, ήταν κατώτεροι, πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στους ασκενάζι και τους σεφαραδίτες, σύμφωνα με τον οποίο οι σεφαραδίτες θεωρούνταν κατώτεροι παρείσακτοι, αποτέλεσε ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά της μεταπολεμικής εβραϊκής Παλαιστίνης / Ισραήλ. Είχε ήδη αρχίσει να αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια του πολέμου στα στρατόπεδα - τα πρώτα σημεία συμβίωσης ετερογενών εβραϊκών πληθυσμών.

«Εμείς, οι εβραίοι της Ελλάδας, βρισκόμαστε σε ιδιαίτερη θέση, την αιτία της οποίας ποτέ δεν κατάλαβα. Παρ' όλο που πάντα αντικαθιστούσαμε τα άρρωστα μέλη του Sonderkommando, και πάντα αναλαμβάναμε δουλειές που είχαν αναθέσει σε άλλους - παρά όλα αυτά, μας συμπεριφέρονταν χωρίς σεβασμό, ειδικά οι κρατούμενοι από τις βόρειες χώρες, όπως οι πολωνοί, οι ρώσοι και οι τσέχοι. Ήμαστε πάντοτε τα μαύρα πρόβατα, και πάντα μας φώναζαν με προσβλητικά ονόματα όπως «χολέρα», ή «kurva», [πουτάνα]. Μια μέρα μίλησα με [ένα πολωνό κρατούμενο] τον Κότσακ, και του ζήτησα να βάλει ένα τέλος σε αυτή την κατάσταση. «Δεν μπορώ να βοηθήσω», είπε. «Είναι μπάσταρδοι που σας βλέπουν σαν ανθρώπους κατώτερου επιπέδου. Εκείνοι είναι ασκενάζι και εσείς είστε σεφαραδίτες.» Τι ντροπή! Μιλούσαν στους έλληνες εβραίους καλά, μόνο όταν ήθελαν να τους δώσουν λιγάκι χρυσό για να τον ανταλλάξουν... Εγώ, ο έλληνας, ο σεφαραδίτης, η «χολέρα», ποτέ δεν τους αρνήθηκα τη μικρή αυτή χάρη.»

Η εμφάνιση των ελλήνων, οι συνήθειές τους, και πάνω απ' όλα η άγνοια των γίντις εξέπληξαν τους ασκενάζι οι οποίοι κυριαρχούσαν στο στρατόπεδο, θεωρώντας τους ό,τι λιγότερο εβραϊκό είχαν δει ποτέ στη ζωή τους. Ο Κα Τζέτνικ (ψευδώνυμο του Γεχιέλ Φάινερ, 1909- 2001), ένας πολωνός που επέζησε από το Ολοκαύτωμα και από τους πιο γνωστούς αυτόπτες μάρτυρες, περιγράφει το σοκ και την απορία που ένιωσαν οι εβραίοι της κεντρικής Ευρώπης αντικρίζοντας τους έλληνες. Σε ένα διήγημά του, ένας κεντροευρωπαίος εβραίος ονόματι Χαγίμ-Ιντλ μονολογεί για ένα συγκροτούμενο του, έναν έλληνα που δεν μιλούσε ποτέ.

«Ο καθηγητής Ραφαήλ... δεν κουράζεται να μένει ξαπλωμένος εκεί πέρα μέρα νύχτα, κλεισμένος στον εαυτό του, δίχως να λέει λέξη ακόμα και στους φίλους του... Είναι κι εκείνοι σιωπηλοί σαν αυτόν. Αλλά ακόμα κι αν μιλούσε ο καθηγητής Ραφαήλ, αυτός, ο Χαγίμ-Ιντλ, δεν θα μπορούσε να ανταλλάξει ούτε λέξη μαζί του. Λένε πως ο κύριος καθηγητής γνωρίζει άπταιστα δέκα γλώσσες. Αλλά δεν καταλαβαίνει ούτε λέξη γίντις. Παράξενος εβραίος. Τον έφεραν από την Ελλάδα, όπου γεννήθηκε... Δεν είναι ούτε σαράντα, και μιλάει δέκα γλώσσες. Αλλά απλά γίντις, τη μητρική γλώσσα - ούτε λέξη!»

Οι έλληνες εβραίοι του στρατοπέδου μιλούσαν ελληνικά, για διασκέδαση έπαιζαν πυγμαχία, και δεν έμοιαζαν με τίποτα που να έχει ξαναδεί ο ασκενάζι Χαγίμ-Ιντλ:

«Εβραιόπουλα από τη Θεσσαλονίκη. Εβραίοι. Ποιος θα το φανταζόταν ποτέ πως αυτοί είναι εβραίοι; Έπρεπε να τον στείλουν στο Αουσβιτς για να ανακαλύψει πως μελαψά και γεροδεμένα κορμιά σαν κι αυτά ήταν δυνατό να ανήκουν σε αδέλφια του. Δική του σάρκα και αίμα. Δεν μιλάνε λέξη γίντις, αλλά εκείνο το «Σαλόμ!» βγαίνει από το στόμα τους σαν ολοζώντανος στίχος από τις Γραφές... Εβραιόπουλα. Και τι θέλουν; Απλά να ζήσουν. Ελλάδα. Εβραίοι παντού. Δεν ήξερε πως στην Ελλάδα οι εβραίοι μοιάζουν τόσο με τους αλλόθρησκους. Εβραιόπουλα."

Οι Έλληνες, οι οποίοι δεν μιλούσαν ούτε γερμανικά ούτε γίντις, υπέφεραν από το γλωσσικό φράγμα που υψωνόταν ανάμεσα σε αυτούς και τους γερμανούς και πολωνούς φύλακες. «Υπήρχαν δύο λόγοι εξαιτίας των οποίων οι έλληνες εβραίοι υπέφεραν περισσότερο από τους άλλους εβραίους [στα στρατόπεδα]. Πρώτον, ήταν μεσογειακοί... Δεύτερον, ήρθαν στην Πολωνία δίχως να γνωρίζουν τη γλώσσα. Οι εβραίοι ασκενάζι, οι οποίοι μιλούσαν γίντις, καταλάβαιναν τα γερμανικά. Φτάσαμε χωρίς καμία απολύτως γνώση της γερμανικής γλώσσας, και μας ήταν πολύ δύσκολο να συνηθίσουμε το κλίμα της κεντρικής Ευρώπης.» Όταν οι έλληνες αργούσαν να ανταποκριθούν στις γερμανικές διαταγές, τιμωρούνταν. Πολλοί ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου απλά και μόνο επειδή δεν καταλάβαιναν τι τους ζητούσαν να κάνουν.

Διόλου παράξενο επομένως, που οι έλληνες αναζητούσαν ο ένας τον άλλον για να έχουν κάποια ανθρώπινη λεκτική επαφή. Ο Ερρίκος Σεβίλλιας, «ένας απλός άνθρωπος γεννημένος στην Αθήνα την παλιά καλή εποχή του 1901», πολέμησε στη μικρασιατική εκστρατεία για τρία χρόνια και επέστρεψε στην Αθήνα το 1923 για να ανοίξει ένα εργαστήριο δερματίνων ειδών. Εκτοπίστηκε στο Άουσβιτς τον Μάρτιο του 1944, όπου του έδωσαν το νούμερο 182699. Στην κουκέτα του υπήρχαν «ένας ρώσος, ένας πολωνός, ένας ούγγρος και ο τέταρτος ήταν ολλανδός. Προσπάθησε να συνεννοηθείς σε μια τέτοια κατάσταση». Όταν ένας φρουρός τον ρώτησε τον αριθμό του και αυτός δεν κατάλαβε την ερώτηση, «με χτύπησε στο πρόσωπο και έδειξε το χέρι μου». Στο τέλος βρήκε άλλη κουκέτα «με δύο έλληνες και δύο ιταλούς και εγώ ήμουν ο πέμπτος. Τουλάχιστον μπορούσα να τους μιλάω».

Το φράγμα της γλώσσας ήταν επίσης η αιτία που ελάχιστοι έλληνες αποπειράθηκαν να δραπετεύσουν από το στρατόπεδο. «Συνήθως οι πολωνοί προσπαθούσαν να δραπετεύσουν. Πώς θα μπορούσε ένας γάλλος, ολλανδός, ή έλληνας κρατούμενος να σκεφτεί να δραπετεύσει χωρίς να γνωρίζει λέξη πολωνικά;» Αλλά και στο τέλος, όταν οι γερμανοί εγκατέλειψαν το στρατόπεδο τις παγωμένες πρώτες εβδομάδες του 1945, πολωνοί κρατούμενοι βγήκαν έξω για να βρουν φαγητό και στέγη, ενώ οι περισσότεροι έλληνες δεν το έκαναν. «Αλλά εμείς οι έλληνες, πού θα μπορούσαμε να πάμε;»

Στα στρατόπεδα, τα λαντίνο ήταν ελληνική γλώσσα - γλώσσα που τη μιλούσαν έλληνες. Στην Ελλάδα, είχε σημαδέψει τους σεφαραδίτες ως παρείσακτους, αλλά στο Αουσβιτς τους καθόριζε αναντίρρητα ως έλληνες. «Μια φορά είδα μια ομάδα ελληνίδες να ουρλιάζουν· τις έδερνε ο κάπο. Πώς κατάλαβα ότι ήταν ελληνίδες; Φορούσαν όλες τα ίδια ρούχα και είχαν ξυρισμένο κεφάλι. Και έτσι ήταν πολύ δύσκολο να αναγνωρίσεις τα πρόσωπα. Αλλά άκουσα πως φώναζαν «Dio!» που στα λαντίνο σημαίνει «Θεός». Και τότε κατάλαβα πως είναι ελληνίδες.»

Όμως παρ' όλο που οι γερμανοί δεν καταλάβαιναν ελληνικά, τους έλκυε η παράξενη αυτή γλώσσα. Όπως θυμάται ο Σαούλ Χαζάν, «Κοιμόμαστε σε ένα μπλοκ στο Μπίρκεναου, νούμερο 11 ή 13. Από εκεί πηγαίναμε κάθε πρωί για δουλειά με τα πόδια. Όταν επιστρέφαμε στο μπλοκ, μας ανάγκαζαν να τραγουδάμε. Τραγουδούσαμε τραγούδια στα ελληνικά, λαϊκά τραγούδια. Στους γερμανούς άρεσε πραγματικά ο ήχος της ελληνικής γλώσσας». Ο Λεόν Κοέν θυμάται ένα νεαρό γερμανό να οδηγεί μια καινούργια ομάδα της Ζοντερκομάντο αποτελούμενη αποκλειστικά από έλληνες, προς τη δουλειά. "Όλοι οι έλληνες να με ακολουθήσουν"... Όταν βγήκαμε από το μπλοκ, ο γερμανός ρώτησε, "Ξέρετε να τραγουδάτε, έτσι δεν είναι; Γιατί δεν τραγουδάτε κάτι;" Και τότε αρχίσαμε το τραγούδι. Πάντα υπήρχαν τραγούδια που μας άρεσε να τα λέμε παρέα - ελληνικά λαϊκά ή πατριωτικά τραγούδια.» Ο Σαμπτάι Χανουκά, ένας θεσσαλονικιός που είχε υποστεί τα πειράματα του Μένγκελε όσο ήταν στο Άουσβιτς, θυμόταν αργότερα πως, «Τραγουδούσαμε ελληνικά στρατιωτικά τραγούδια, ελληνικά εμβατήρια. Στους γερμανούς άρεσε να μας ακούνε». Μαρτυρίες επί μαρτυριών αναφέρονται στη γοητεία που ασκούσε η ελληνική μουσική στους γερμανούς. Όσο για τους έλληνες, τους παρείχε έναν ειρωνικό τρόπο έκφρασης της τραγωδίας του Ολοκαυτώματος. Εδώ το φράγμα της γλώσσας ήταν πλεονέκτημα. «Αυτό που με βοήθησε στο στρατόπεδο ήταν το τραγούδι. Οι γερμανοί πάντα μας έλεγαν, "sin- gen", και εμείς τραγουδούσαμε. Λέγαμε όλων των ειδών τα τραγούδια· τα λόγια τα σκαρφιζόμασταν εμείς. Για παράδειγμα... Με το χαμόγελο στα χείλη, πετάμε ένα κουβά σκατά, κι ο γερμανός που είναι πίσω, με τη λουρίδα μας χτυπά. Λα, λα, λα, λα.»

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά και σπαρακτικά ενθυμήματα της εμπειρίας των ελλήνων εβραίων ήταν τα ελληνικά λαϊκά τραγούδια του 1920 και του 1930, που τραγουδούσαν με στίχους που περιέγραφαν τη ζωή στο Άουσβιτς. Πολλά ήταν ρεμπέτικα, το μουσικό είδος που αναπτύχθηκε κυρίως στις φτωχές προσφυγικές γειτονιές της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας τη δεκαετία του 1920, και είναι μία από τις ελάχιστες καλλιτεχνικές εκφάνσεις της σύντομης, συχνά -αλλά όχι πάντα- τεταμένης συμβίωσης των μικρασιατών με τους εβραίους:

«Τη φυλακή εγώ δεν ήξερα / και τώρα τη γνωρίζω Μες το κελί γυρίζω / τους τοίχους αντικρίζω Όλα στο νου μου έρχονται: / τα γέλια κι οι αγάπες Όλα γίνηκαν στάχτες στο τρένο της ζωής.
Έτσι είναι η ζωή, κορίτσια, / πάντα έτσι είναι η ζωή
Νάμαστε κλεισμένες μες στο Άουσβιτς.
Νιάτα που περνούν, χαρές που φεύγουν / πίσω δεν γυρνούν.
Κορίτσια, κάντε υπομονή, θα βγούμε
Από το Άουσβιτς»

Η αδυναμία συνεννόησης με άλλους επέτεινε την αίσθηση αλληλεγγύης ανάμεσα στους έλληνες εβραίους του στρατοπέδου. Ο Ελί Βίζελ γράφει: «Θυμάμαι στο στρατόπεδο, στο μπλοκ μας, υπήρχαν εβραίοι από τη Θεσσαλονίκη. Δεν καταλάβαιναν τα γίντις μου και εγώ δεν καταλάβαινα ελληνικά ή τα «λαντίνο» τους. Αλλά έτσι κι αλλιώς μου άρεσε να τους κάνω παρέα. Ήταν καλόκαρδοι... Η απίστευτη αλληλεγγύη ανάμεσά τους μας είχε εντυπωσιάσει όλους».

Αυτή η αλληλεγγύη χαρακτήριζε τις σχέσεις ανάμεσα στους έλληνες εβραίους από τις διάφορες περιοχές της Ελλάδας, και υπερέβαινε την παλαιά διαχωριστική γραμμή ρωμανιωτών-σεφαραδιτών, η οποία ούτως ή άλλως είχε αμβλυνθεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων τριάντα χρόνων, καθώς η Θράκη και η Μακεδονία αφομοιώνονταν όλο και περισσότερο. Μετά την απρόθυμη συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο, από το 1941 μέχρι το 1943, η ανάδυση μιας συλλογικής, ευκρινώς ελληνικής -και όχι τοπικής- εβραϊκής συνείδησης επιταχύνθηκε ακόμα περισσότερο λόγω της κατοχής και ιδιαίτερα λόγω της τριπλής διοίκησης της χώρας, υποχρεώνοντας τους εβραίους που ζούσαν στη γερμανοκρατούμενη και τη βουλγαροκρατούμενη ζώνη να εξαρτώνται από τις επαφές που είχαν στην ιταλοκρατούμενη. Ενώ τους πρώτους μήνες σχεδόν όλοι οι έλληνες εβραίοι στο στρατόπεδο προέρχονταν από τη Θεσσαλονίκη, όταν άρχισαν να καταφθάνουν τα τρένα από άλλες περιοχές, οι Θεσσαλονικείς υποδέχτηκαν τους νεοφερμένους ως έλληνες συμπατριώτες. Η εμπειρία του στρατοπέδου, όπου όλοι οι εβραίοι από την Ελλάδα -ρωμανιώτες, θεσσαλονικείς και ασκενάζι- αποκαλούνταν από τους φύλακες και τους μη-έλληνες εβραίους, «έλληνες», επέτεινε τη συλλογική αυτή εθνικοποίηση.

Για τους ελάχιστους έλληνες που μιλούσαν και καταλάβαιναν γερμανικά, η ευχέρεια αυτή ήταν θείο δώρο. Η Έρικα Κούνιο Αμαρίλιο, η οποία έφτασε στο Άουσβιτς με το πρώτο τρένο που έφυγε από την πόλη, γράφει πως από τους δύο χιλιάδες οκτακόσιους που μεταφέρθηκαν μαζί της, μόνο τέσσερις -η οικογένειά της- μπορούσαν να συνεννοηθούν με τους γερμανούς. Σαν αποτέλεσμα, αυτούς τους έβαλαν στην άκρη ενώ τους υπόλοιπους τους φόρτωσαν σε τρένα και τους απομάκρυναν. «Οι "συμπτώσεις" μας έσωσαν...Τι σύμπτωση κι αυτή, από τους 2.800 ανθρώπους στο πρώτο τρένο να μη μιλάει ούτε ένας γερμανικά. Και οι γερμανοί χρειάζονταν άτομα για διερμηνείς.» Ο Ιάκωβος Στρούμσας, ο διάσημος «Βιολιστής του Άουσβιτς», γνώριζε επίσης καλά γερμανικά. Έστειλαν τον Στρούμσα στο Άουσβιτς- Μπίρκεναου με τρένο που αναχώρησε από τη Θεσσαλονίκη στις 8 Μαΐου 1943 και κατόρθωσε να επιβιώσει κυρίως λόγω των σχεδόν άπταιστων γερμανικών του και επειδή έπαιζε πολύ ωραία βιολί. Στα απομνημονεύματά του αφηγείται τη σουρεαλιστική εμπειρία ο Μπλοκαλτέσερ να ελέγχει τις ικανότητές του στο βιολί αμέσως μετά την άφιξή του. «Τι θέλετε να παίξω; Μότσαρτ, Μπετόβεν, Χάιντν; Κονσέρτα ή σονάτες;» Αφού έπαιξε για είκοσι λεπτά, ο φύλακας είπε στον Στρούμσα πως ήλπιζε να επιζήσει, γιατί έπαιζε τόσο όμορφα και γιατί τα γερμανικά του ήταν τόσο καλά.

Οι Έλληνες στο στρατόπεδο δεν ξεχώριζαν μόνο λόγω της γλώσσας και της μουσικής τους. Θεωρούνταν επίσης ιδιαίτερα δυνατοί, πολυμήχανοι και καλοφτιαγμένοι και αναδείχτηκαν σε αρχηγούς του στρατοπέδου. Ο Ντάριο Ακούνης, φορτοεκφορτωτής από τη Θεσσαλονίκη, έφτασε στη Μπούνα με σπασμένο πόδι. Φοβήθηκε πως αν πήγαινε στον γιατρό, θα τον έστελναν για διαλογή. Τελικά όμως πήγε, και ο γιατρός του έκανε επέμβαση στο σπασμένο πόδι, χωρίς αναισθησία. Βοηθός στην εγχείρηση ήταν ένας ισπανός πολιτικός κρατούμενος και καθώς κρατούσε τα πόδια του Ακούνη στη διάρκειά της, οι δύο τους συνομιλούσαν στα ισπανικά. Ο ισπανός ρώτησε τον Ακούνη πώς ήξερε τη γλώσσα. «Είμαι από τη Θεσσαλονίκη», απάντησε ο Ακούνης. «Α, μάλιστα», αποκρίθηκε ο ισπανός, «Όλοι οι Θεσσαλονικείς είναι δυνατοί.» Ήταν καλό να έχεις έλληνες φίλους στο στρατόπεδο. Όταν ο Πρίμο Λέβι έφυγε από το Άουσβιτς στις αρχές του 1945, ταξίδευε παρέα με έναν άντρα τον οποίο αποκαλούσε απλώς «ο έλληνάς μου». Ο Λέβι διάλεξε τον σύντροφο του κυρίως λόγω του ότι ήταν από τη Θεσσαλονίκη, «πράγμα το οποίο, όπως όλοι γνώριζαν στο Άουσβιτς, ισοδυναμούσε με εγγύηση εξαιρετικής εμπειρίας στις εμπορικές συναλλαγές και γνώσεις ικανές να σε γλιτώσουν από κάθε κατάσταση».

Οι Έλληνες στα στρατόπεδα κέρδισαν επάξια τη φήμη του πολυμήχανου, μια ιδιότητα που κυριολεκτικά μπορούσε να σημάνει τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Για παράδειγμα, οι κρατούμενοι κουβαλούσαν το νεροζούμι που έτρωγαν σε ένα δοχείο σαν κουβαδάκι, που στην αργκό του Άουσβιτς ονόμαζαν μενάσκα. Τα δοχεία αυτά μπορούσε κάποιος να τα αποκτήσει μόνο μέσω περίπλοκων διαπραγματεύσεων με τον σιδερά, ο οποίος τα κατασκεύαζε για τους κρατούμενους με αντάλλαγμα ψωμί. Οι έλληνες είχαν τα μεγαλύτερα δοχεία από όλους, τα οποία, εκτός του ότι έπαιρναν περισσότερο φαγητό, ήταν επίσης σύμβολα κυριαρχίας: «Εκτός από τα υλικά πλεονεκτήματα [που παρείχε η μενάσκα], προσέφερε και μια αισθητή βελτίωση στην κοινωνική μας θέση. Μια [μεγάλη] μενάσκα... είναι αριστοκρατικό διαπιστευτήριο, οικόσημο ευγενούς».

Οι φρουροί θεωρούσαν τους έλληνες ταλαντούχους αθλητές και συχνά τους χρησιμοποιούσαν για διασκέδαση. Ο Γιτζάκ Κοέν, ο οποίος εργαζόταν στην κατασκευή του συγκροτήματος (Λάγκερ) Δ στο Άουσβιτς, αναφέρει πως μια ημέρα καθώς οι εργάτες καθάριζαν μερικές δεξαμενές με νερό όπου εξέτρεψαν ψάρια έξω από το στρατόπεδο, «Με πλησίασε ένας άντρας των SS και μου είπε, "Εσύ είσαι έλληνας, η Ελλάδα είναι όμορφη χώρα. Θα ξέρεις να κολυμπάς, ανέβα σε ένα δέντρο και βούτηξε με το κεφάλι στη δεξαμενή. Για να δούμε πώς κολυμπάς"». Ο Κοέν φορούσε βαριές αρβύλες και ήξερε πως αν έπεφτε με το κεφάλι θα μπορούσε να σκοτωθεί, έτσι πήδηξε με τα πόδια. Για να τιμωρήσει τον απογοητευτικό αθλητή, ο αξιωματικός των SS διέταξε τον σκύλο του να πέσει στο νερό για να δαγκώσει τον Κοέν. Οι Έλληνες υποτίθεται πως είναι πιο αθλητικοί τύποι, εξήγησε ο φρουρός.

Οι Έλληνες έγιναν ιδιαίτερα γνωστοί για τις πυγμαχικές τους ικανότητες. Ο φημισμένος Γιαακόβ Ραζόν, ένας Θεσσαλονικιός που είχε προπονητή τον Ντίνο Ουζιέλ, πρωταθλητή Ελλάδας στην πυγμαχία, ανακάλυψε πως η ικανότητά του στο άθλημα ήταν εξαιρετικά χρήσιμη στο στρατόπεδο, καθώς οι φρουροί είχαν σε μεγάλη εκτίμηση την πυγμαχία.

Όταν φτάσαμε στο Άουσβιτς, καταλάβαμε αμέσως την κατάσταση. «Την έβαψα», αναφώνησα. Ένας κάπο με χτύπησε και εγώ αμέσως του το ανταπέδωσα. Έμεινε άναυδος και με ρώτησε αν ήμουν μποξέρ. Του είπα ναι. Την επόμενη μέρα είχαν κιόλας οργανώσει έναν αγώνα ανάμεσα σε μένα και έναν πολωνό. Τον κέρδισα με νοκ άουτ στον τρίτο γύρο... Όταν οι εβραίοι είδαν πως κέρδιζα, άρχισαν να μου πετάνε ψωμί, μαργαρίνη και κανένα κομματάκι τυρί, και κατάλαβα πως αυτή ήταν η ευκαιρία μου να επιβιώσω.

Όταν ο Ραζόν μεταφέρθηκε στη Μπούνα, δήλωσε σε όλους πως ήταν πυγμάχος. Οι φύλακες οργάνωναν διάφορους αγώνες, του παραχώρησαν μάλιστα και παλαίστρα. «Το αγαπούσαν αυτό το άθλημα, γιατί είναι σκληρό. Έρχονταν να μας δουν όλοι οι άντρες των SS, και κάθε Κυριακή είχαμε μποξ.» Στη Μπούνα, ο Ραζόν προπονούσε άλλους πυγμάχους και εκμεταλλευόμενος τα προνόμια που του είχαν παραχωρήσει οι φύλακες εξασφάλιζε φαγητό για τους άλλους αιχμαλώτους.

Οι γερμανοί αντιλήφθηκαν αμέσως πως τέτοια σωματική και ψυχική δύναμη μπορούσε να τους φανεί χρήσιμη. Η φήμη των ελλήνων ως δυνατών ευθύνεται μάλλον για το γεγονός πως πολλοί από αυτούς αναγκάστηκαν να ενταχθούν στο Ζοντερκομάντο, τα τάγματα εβραίων που ήταν επιφορτισμένα να καίνε τα πτώματα των θυμάτων των Ναζί. Ο Λεόν Κοέν αναφέρει πως όταν ένας γαλλόφωνος κάπο ήρθε για να βρει δυνατούς άντρες, ο Κοέν του είπε πως οι έλληνες εβραίοι στο μπλοκ ήταν «έτοιμοι για οποιαδήποτε σκληρή δουλειά». Την επόμενη μέρα, κατάλαβαν πως τους είχαν παγιδέψει για να εργαστούν στο Ζοντερκομάντο, την πιο φρικτή δουλειά του στρατοπέδου. Καθώς ο κάπο τους πήγαινε στη δουλειά, τους εξήγησε πως τους είχε διαλέξει «επειδή ήρθατε όλοι με το ίδιο τρένο και είστε όλοι έλληνες».


Ἀναδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἱστολόγιον Arcadia, 26-6-2010.


Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ΟΧΙ - Σελίδες Πατριδογνωσίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου